«Αμάν Πασά μου» – ΗΧΩλόγιο

Η άσκηση της λογοκρισίας, αγαπημένοι μου, ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει. Βρίσκει βεβαίως πρόσφορο έδαφος σε περιόδους πολιτικών ανωμαλιών και απολυταρχικών καθεστώτων και σε αυτές τις περιπτώσεις κορυφώνεται. Η λογοκρισία εστιάζει κυρίως στις τέχνες.

Εκείνη, δε, η οποία υφίσταται περισσότερο από τις άλλες το μένος των λογοκριτών είναι η μουσική, αφενός μεν γιατί εμπεριέχει την πλέον επικοινωνιακή και δημοφιλή μορφή τέχνης, που είναι το τραγούδι, αφετέρου δε γιατί χρησιμοποιεί ως μέσο προβολής και επικοινωνίας το ραδιόφωνο, το οποίο μεταφέρει χωρίς κόπο και χωρίς έξοδα τα μηνύματα παντού και στους πάντες.

Στη χώρα μας, στη διάρκεια του 20ού αιώνα, υπήρξαν περίοδοι είτε ανελευθερίας, όπως η κατοχή, είτε δικτατορίας, όπου τα κρούσματα της λογοκρισίας ήσαν πολλά και σχεδόν συνεχή. Παρατηρήθηκαν δε επεμβάσεις συχνά παράλογες. Ίσως, αγαπημένοι μου, οι νεότεροι και να μην το γνωρίζουν, αλλά τα ρεμπέτικα τραγούδια ή, όπως τα αποκαλούν τώρα με τον νέο τους τίτλο, τα «λαϊκά αστικά τραγούδια», στην ουσία ήταν ένας λαϊκός πολιτισμός που τελούσε μέχρι σχετικά πρόσφατα υπό διωγμόν.

Το ρεμπέτικο βίωσε για τα καλά τις συνέπειες της λογοκρισίας σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του ακμής και όχι μόνο επειδή κάποια τραγούδια του είχαν «ακατάλληλους» στίχους (χασικλίδικους κ.λ.π.), αλλά επειδή ήταν μια μουσική έκφραση του περιθωρίου και το περιθώριο για τους κρατούντες ταυτίζεται με την ανηθικότητα. Ήταν τα τραγούδια του υπόκοσμου και του λούμπεν προλεταριάτου, που δεν είχαν καμία σχέση με την καθώς πρέπει κοινωνία, η οποία άκουγε όπερες και οπερέτες και… ελαφρά τραγούδια.

Τώρα, πώς τα ζυγίζουν οι ειδικοί και τα βρίσκουν ελαφρά, θα σας γελάσω. Ίσως να έχει επινοηθεί κάποιο «τραγουδόζυγο» και να μην το ξέρω… Εκτός, λοιπόν, αγαπημένοι μου, από την περιθωριοποίηση αυτών των τραγουδιών από την καλή κοινωνία, υπήρχε και το κυνήγι και η ποινική δίωξη από τον δικτάτορα Μεταξάκαι, παραδόξως, και το ΚΚΕ συμμερίστηκε τις απόψεις του.

Με πρόσχημα τα «χασικλίδικα» ρεμπέτικα και τους «ξενόφερτους αμανέδες», ο Μεταξάς θέλησε να βάλει τέλος σε ένα είδος μουσικής και τραγουδιού που όχι μόνον ενοχλούσε τα ευρωπαιοτραφή ώτα των κυβερνώντων αλλά και θύμιζε τις ευθύνες τους σε αυτούς που συνέβαλαν στη μεγάλη εθνική καταστροφή του 1922. Επιπλέον, τα τραγούδια αυτά ήταν ακόμη πιο «επικίνδυνα» σε κοινωνικό επίπεδο, αφού είχαν τη δυνατότητα να διαπερνούν την κοινωνική πυραμίδα. Είχαν ευρύτατη απήχηση και λειτουργούσαν ενωτικά για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, πέραν αυτών που ζούσαν εξαθλιωμένα στις προσφυγικές συνοικίες.

Τα ρεμπέτικα βρήκαν την πλήρη απελευθέρωσή τους μετά την πτώση της στυγνής δικτατορίας των συνταγματαρχών. Τότε άρχισαν να ερευνώνται συστηματικά ακόμα και σε επίπεδο πανεπιστημιακό. Κάποιοι πρωτοπόροι είχαν αρχίσει την έρευνα και τη μελέτη πριν από τη δικτατορία. Αν και η σχετική βιβλιογραφία για τα ρεμπέτικα είναι πολύ μικρότερη από αυτή των δημοτικών, εντούτοις η έρευνα προχωράει από ενθουσιώδεις νέους. Κι όλο και κάτι καινούργιο μαθαίνουμε.

Στο ΧΙΙ Συνέδριο για το Μεσογειακό Τραγούδι, που οργανώνει το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ο καθηγητής εθνομουσικολογίας Γλαύκος Νεάρχουέκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα ανακοίνωση για τις άγνωστες καταδίκες του Τσιτσάνη από την ελληνική Δικαιοσύνη. Θα σας την παραθέσω εν περιλήψει: «Μια πανέμορφη δικηγόρος ονόματι Αγνή Παρθένη σύχναζε στο μαγαζί και γλεντούσε μέχρι το χάραμα. Και ο Τσιτσάνης εμπνεύστηκε από αυτόν τον ερωτικό άγγελο το εξής τραγούδι: “Για κοίτα, κόσμε, ένα κορμί/που μπήκε μες στο μαγαζί/Αμάν Πασά μου, θα τρελαθώ/ώς και τα ρούχα μου πουλώ”.

Και ο Τσιτσάνης της έδωσε τους στίχους σε ένα πακέτο τσιγάρα “Ασσος” με την αφιέρωση: “Κα Αγνή, αυτό το τραγουδάκι γράφτηκε για σας και σας αφορά”. Ο ενθουσιασμός της ήταν τέτοιος που χόρεψε ένα τσιφτετέλι και πέταξε τα στήθη της έξω. Στο μαγαζί έγινε χαλασμός.Αλλά για λόγους που αγνοεί η έρευνα (δεν μπόρεσε, δα, να τρυπώσει και στον οντά τού συνθέτη), η σχέση αυτή πήρε άσχημη τροπή. Η δικηγόρος έκανε μήνυση στον συνθέτη για συκοφαντική δυσφήμιση.

Η λέξη “πασάς” είναι αιμοσταγής θεσμός της βάρβαρης Τουρκοκρατίας που είχε υποδουλώσει για τετρακόσια χρόνια την Ελλάδα μας και άρα την παρουσίαζε ως συνεργάτιδα των βάρβαρων κατακτητών, ενώ αυτή είναι κόρη του ήρωα στρατηγού Παρθένη. Αυτός , ο πολέμαρχος Παρθένης, συνέτριψε τους κουμμουνιστοσυμμορίτες σε Γράμμο-Βίτσι και έδωσε στην πατρίδα το ένα του μάτι και το ένα του αυτί.

Άρα η καταδίκη του συκοφάντη ήταν εθνικό θέμα. Οταν έγραφε τη μηνυτήρια αναφορά, ήρθε η καθαρίστριά της από το Πέραμα, μαζί με τη δεκαεξάχρονη κόρη της, ντυμένη στα κυριακάτικά της με μια φούστα με φουρό.Την παρακάλεσε αν μπορεί να βρει καμιά δουλίτσα για την κορούλα της. Η δαιμόνια δικηγόρος, μόλις είδε την κοπελίτσα, θυμήθηκε το άλλο τραγούδι του Τσιτσάνη: “Μια κούκλα μες στη γειτονιά μου/ τσολιά την εφωνάζουν/ γεια σου, τσολιά μου, γεια σου, τσολιά μου, γεια σου, τσολιά μου/ και στο σεργιάνι σαν θα βγει/ τα κάλλη της θαυμάζουν/ γεια σου, τσολιά μου”.

Έπεισε, λοιπόν, την καθαρίστρια να καταθέσει και αυτή μήνυση στον Τσιτσάνη για προσβολή της οικογενειακής τιμής και υπόληψης. Γιατί δεν μπορεί να παρομοιάζουν το τρυφερούλι της με έναν σκληροτράχηλο μυστακοφόρο τσολιά με τσαρούχια. Πώς θα έβρισκε γαμπρό η κόρη της αν ήταν όπως την περιγράφει ο Τσιτσάνης; Αυτό αντίκειται και στη θρησκεία και στην οικογένεια. Την άλλη μέρα η νεαρά προσελήφθη ως δακτυλογράφος. Και η συνέχεια στα δικαστήρια ήταν οδυνηρή για τον δημιουργό. Καταδικάστηκε και στις τρεις βαθμίδες της Δικαιοσύνης.

Για τη λέξη “πασά” αποφάνθηκαν πως ήταν συκοφαντική γιατί σήμαινε δωσιλογισμό. Για τη λέξη “τσολιά”, όταν αποδίδεται σε γυναικεία πρόσωπα, προσβάλλει τα χρηστά ήθη και έθιμα της πατρίδος και του έθνους. Η υπόθεση δεν πήρε δημοσιότητα γιατί τότε ο Τύπος δεν ασχολιόταν με τέτοια ευτελή θέματα. Αλλά πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Ο ανιψιός του Τσιτσάνη, διαπρεπής δικηγόρος με ντοκτορά από το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με καθηγητή τον Σόιμπλε φον Κανάρις, της γνωστής οικογενείας, έκανε αναψηλάφηση της δίκης και φώναξε μάρτυρα τον διαπρεπή ελληνιστή καθηγητή του. “Πασάς”, αποφάνθηκε ο καθηγητής, στα νεοελληνικά σημαίνει ευδαίμων, ευτυχής, και έφερε σαν παράδειγμα το “πασάς στα Γιάννενα”.

Και η λέξη “τσολιάς” την εποχή που τα κορίτσια φορούσαν φουρό σημαίνει το περήφανο και αγέρωχο γυναικείο κορμί. Και ο Τσιτσάνης αθωώθηκε πανηγυρικά και τιμήθηκε από το εν λόγω Πανεπιστήμιο με το Μετάλλιο των Γραμμάτων».

Με αγάπη εύα


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up