«Εγώ ο Ροβινσώνας Κρούσος…» (Π.Βότσης)

«Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης. Ο πλαστουργός της νιας ζωής. Εγώ είμαι τέκνο της αγάπης. Κι ώριμο τέκνο της οργής…» – ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Κάποιος στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού μου δάνεισε το βιβλίο του Daniel Defoe «Ο Ροβινσώνας Κρούσος», κι όταν το διάβασα, μου κέντρισε τη φαντασία και ήθελα για μερικές ώρες να τον μιμούμαι και απώτερος στόχος μου ήταν κάποτε να ταυτιστώ με τον ήρωα.

Νησί ούτε καν είχα δει παρά μόνο στον χάρτη και είχα διαλέξει τη Νέα Ζηλανδία, έτσι καθώς την έβλεπα στον γεωφυσικό χάρτη, που είχε κρεμασμένο στον τοίχο ο δάσκαλος στο σχολείο και ήταν καταπράσινη.

Όμως τη θάλασσα που την είχα δει, αφού μικρός είχα ζήσει δυο χρόνια περίπου στη Σαλονίκη, με τρόμαζε πολύ, μου φαινόταν πολύ το νερό της και βαθύ, τη φοβόμουν, για να το πω ξεκάθαρα.

Εμένα η επιλογή μου ήταν να ζήσω στα βουνά με πρωτόγονα μέσα και μόνος. Τα καλοκαίρια όταν έβοσκα τ’ αγελάδια μόνος μου είτε τα έσμιγα με άλλους, όλο και κάτι εφάρμοζα από τη ζωή του Ροβινσώνα Κρούσου.

Έτσι έλεγα όταν ήμασταν παρέα: «αύριο θα φέρουμε μόνο τα τρέγκαλά μας, σπίρτα και αλάτι, τίποτα άλλο, την τροφή μας θα την εξασφαλίσουμε μόνοι μας».

Την επόμενη μέρα όλοι μας με τα τρέγκαλα κρεμασμένα στο λαιμό μας και πετρούλες στις τσέπες μας, αν βλέπαμε κάποιο πουλί του ρίχναμε. Τις περισσότερες φορές αστοχούσαμε, όμως όλο και κάποια σκοτώναμε.

Για πρωινό τρώγαμε φρούτα και χόρτα του βουνού, ενώ το μεσημέρι ανάβαμε φωτιά, ψήναμε τα πουλιά και τα τρώγαμε για μεσημεριανό μαζί με φρούτα, ενώ όταν στάλιζαν τ’ αγελάδια στο ποτάμι, αφού έπιναν νερό, εμείς ψαρεύαμε και τ’ απόγευμα ψήναμε τα ψάρια για απογευματινό φαγητό.

Όταν το μεσημέρι κατασκηνώναμε υπήρχε οργάνωση για τη θέση των ρούχων μας, των ραβδιών μας, τη θέση της φωτιάς και ορίζαμε τον χώρο που θα αποπατούσαμε.

Πολλές φορές «κατασκευάζαμε» φωλιές είτε πάνω στα δέντρα είτε μέσα στους θάμνους και «ξαπλώναμε» για ανάπαυση. Στο ψάρεμα ένας από εμάς ήταν σε επιφυλακή, για να μη μας ξεφύγει κάποιο ζώο και μπει στα χωράφια κάνοντας ζημιές.

Γυμνασιόπαιδο δούλευα στα χωράφια μαζί με τους γονείς μου. Κατά το τέλος του Αυγούστου και αρχές Σεπτέμβρη κάπως μειώνονταν οι δουλειές κι έτσι όταν είχα ελεύθερο χρόνο, Κυριακές συνήθως, έπαιρνα τα τρέγκαλά μου, σπίρτα, αλάτι και ξυπόλητος πήγαινα στο ποτάμι.

Οι όχθες στο ποτάμι μας ήταν γεμάτες με δέντρα και στα δέντρα φωλιάζουν τα περισσότερα πουλιά και μερικά στέκονται. Την εποχή μάλιστα εκείνη ήταν καλοθρεμμένα. Το ποτάμι μας εξάλλου έχει και ψάρια, ενώ αρκετά χωράφια δίπλα του είχαν και καλαμπόκια.

Ξεκινούσα από το σπίτι και λίγο έξω από το χωριό κατέβαινα στο ποτάμι κι ακολουθώντας τις όχθες του ανηφόριζα έχοντας την προσοχή μου στραμμένη στα δέντρα, για να εντοπίσω κάποιο πουλί και καθώς ήμουν πάντα ξυπόλυτος μου έτυχε να πατήσω φίδι που με δάγκωσε κι ευτυχώς δεν ήταν οχιά.

Όταν νόμιζα ότι είχα εξοικονομήσει αρκετή τροφή, διάλεγα ένα μέρος κι άναβα φωτιά, για να ψήσω τα πουλιά που είχα σκοτώσει ή τα ψάρια που είχα πιάσει κι αν ήταν λίγα έψηνα και δυό-τρία καλαμπόκια.

Αφού έτρωγα, ξάπλωνα, για να ξεκουραστώ και συλλογιζόμουν. Πολλές φορές χάζευα τα σύννεφα, πώς μεταμορφώνονταν και μετακινούνταν. Ήταν για εμένα αρκετά ενδιαφέρον και με προβλημάτιζε, γιατί άραγε τα σύννεφα άλλαζαν συνέχεια μορφή, θυμίζοντας πότε ανθρώπους, πότε ζώα, πότε βουνά κι άλλοτε δέντρα και οι διάφορες αυτές μορφές παρέμεναν για λίγο στον νου.

Μήπως εμένα ειδικά, σκεφτόμουν τότε, ήθελαν κάτι να μου μηνύσουν τα σύννεφα κάτι; Ήταν κάποιοι οιωνοί που απευθύνονταν σε μένα προσωπικά και ήθελαν να με πληροφορήσουν για τα μελλούμενα;

Σαν έβγαινα με τα τρέγκαλά μου να κυνηγήσω ή να ψαρέψω, ξεχνούσα πως με είχε γεννήσει μάνα, πίστευα ότι με γέννησε κάποια σπηλιά ή το ποτάμι. Συνομιλούσα μ’όλα τα έμψυχα κι άψυχα της φύσης και λησμονούσα την ανθρώπινη φύση μου.

Λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα σηκωνόμουν και απομονωμένος και μονήρης επέστρεφα στο χωριό και γινόμουν κοινωνικό και πολιτισμένο ον. Εξάλλου ήταν η ώρα που έπρεπε να υποδεχτούμε τ’αγελάδια του χωριού και να τα οδηγήσουμε στον στάβλο.

Πέρα απ’ όλα αυτά είχα πείσει τον εαυτό μου ότι μπορούσα να επιβιώσω, πάντα βέβαια με άριστες καιρικές συνθήκες, γιατί ποτέ δεν βγήκα με βροχή και χιόνια να κάνω τα ίδια. Η αυτοπεποίθησή μου μειώθηκε έως και χάθηκε σαν κατέβηκα στο κλεινόν άστυ της Αθήνας.

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, ΝΟΕΜΒΡΗΣ 2014

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up