Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια: Το τραγικό γεγονός σηματοδοτεί την οδυνηρή αλλαγή και πορεία της Νεοτέρας Ελλάδος

Κοινοποιώντας δείχνεις το ενδιαφέρον σου...

…για την ίδρυση της νεότερης μετά Οθωμανικής κατά πολύ μικρότερης σε γεωγραφική έκταση Ελλάδος…

Μιλώντας μεταφορικά θα λέγαμε ότι στο βίαιο τέλος της ζωής του Ιωαν. Καποδίστρια και των δύο Μαυρομιχάληδων, μηδενίστηκε η πιθανότητα να συγκροτηθεί ένα τέτοιο ελληνικό κράτος, αδιάφορα αν αυτό λάμβανε τη μορφή του στο πλαίσιο μιας Δυτικότροπης – συγκεντρωτικής εκδοχής που ήταν η επιλογή του Καποδίστρια ή στα πλαίσια της καθ’ ημάς ανατολικής αποκεντρωτικής ομοσπονδιακής φύσεως εκδοχή.

Ο αιφνίδιος τερματισμός της ζωής των πρωταγωνιστών του δράματος που εκτυλίχθηκε την μοιραία Κυριακή 27 Σεπτ. 1831 στο Ναύπλιο ήταν σαν να σύντμησε έως μηδενισμού τον ιστορικό χρόνο εντός του οποίου μέσα από την αντιπαλότητα και τον πόλεμο που κατά τον Ηράκλειτο είναι ο των πάντων πατήρ και άλλους μεν δεικνύει ελεύθερους και άλλος δούλους, οδηγηθήκαμε τελικά στην Πέμπτη δυνατή επιλογή πολιτειακής συγκρότησης, γιατί απλά έτσι είναι η ζωή – πάντα απαιτεί να υπάρχει και να συνεχίζεται.

Σύμφωνα με το Χρ. Γιανναρά, με τη γνώμη του οποίου επί του προκειμένου συντάσσομαι, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια Βαυαροί και “διαφωτισμένοι” Έλληνες, συνεργάστηκαν αποτελεσματικά για να στηθεί ένα κρατικό σχήμα με ακραιφνώς μεταπρατικό χαρακτήρα.

Η Δημόσια Διοίκηση, η Δικαιοσύνη, η Παιδεία, ο Στρατός, το Πολιτικό σύστημα, η Εκκλησία, οργανώθηκαν κατά πιστή αντιγραφή των αντίστοιχων θεσμών στη Δύση. Το Εθνικό τυπογραφείο λειτουργούσε κυρίως εκδίδοντας νομοθετήματα, κώδικες και διοικητικούς κανονισμούς σε απευθείας μετάφραση από Ευρωπαϊκές γλώσσες.

Και οι μεν Βαυαροί ως ξένοι είχαν άγνοια. Αλλά και οι “δικοί μας” όπως εκ των πραγμάτων φάνηκε και φαίνεται ακόμα, είχαν απροκάλυπτη περιφρόνηση τόσο για τη ζωντανή ακόμα λαϊκή παράδοση και τα εκπληκτικά στους αιώνες της Τουρκοκρατίας πολιτιστικά της επιτεύγματα, αλλά και κυρίως απεχθάνονταν το βυζαντινό παρελθόν του οποίου δημιουργική συνέχεια ήταν αυτή η παράδοση.

Πάνω στο θέμα αυτό ο Οδυσ. Ελύτης, τελευταίος στη σειρά μεγάλος Έλληνας παραγωγός υψηλής ποίησης – και που κατά τον Παν. Κονδύλη είναι το μόνο είδος τέχνης που ακόμα είναι ικανή να παράγει ως αμιγώς ελληνικό είδος η χώρα – θα γράψει:

“Να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε (οι στατιστικές των κρατών) όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουν για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά από το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας λαός στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τί σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ” ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα;” (από Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, στο Εν Λευκώ – Αθήνα, 1992 “ΙΚΑΡΟΣ”)

Η απάντηση στη διερώτηση του Οδυσ. Ελύτη συνιστά ταυτόχρονα και την τραγωδία του Νεοελληνικού Κράτους και κατ’ επέκταση της νεοελληνικής κοινωνίας.

Αυτοί που καπάκωσαν αυτού του είδους την αρετή, δυστυχώς είναι όλοι εκείνοι οι Έλληνες που στο παρόν και το τονίζω αυτό, στο παρόν και όχι στο μέλλον του κοραϊκού βλέμματος, μπαίνοντας στην υπηρεσία ενός κράτους τύποις ανεξάρτητου, ουσία όμως υπόδουλο στις εγγυήτριες δυνάμεις, έμαθαν να βλέπουν την πατρίδα τους σαν χώρα που κυριαρχείται αποκλειστικά “υπό της αμάθειας, των προλήψεων, της ολεθριώτατης δεισιδαιμονίας, της τραχύτητας των ηθών” σχεδόν ημιβάρβαρη σε σχέση με τα “πεφωτισμένα, πεπολιτισμένα και λελαμπρυσμένα γένη της Εσπερίας” που αντιπροσώπευαν “το ευδαιμονέστερον, το περικαλλέστερον, το πλέον σεσοφισμένον κλίμα από απάσης απλώς της καθ’ ημάς οικουμένης”.

Έλληνες που πήραν τοις μετρητοίς τον δεδομένο θαυμασμό των Δυτικών για την αρχαία Ελλάδα και πρόβαλαν το “ακαταμάχητο” κοραϊκής έμνευσης επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο αφού ο πολιτισμός της Δύσης έχει ελληνικές καταβολές, η απομίμησή του συνιστά εμμέσως (κατά την θεωρία της μετακαίνωσης) και πιστότητα στα γνωρίσματα της Ελληνικότητας, μη βλέποντας ή αποκρύβοντας αν το έβλεπαν, γιατί βόλευε τις εγχώριες δυνάμεις που εκπροσωπούσαν πως οι Ευρωπαίοι διαφωτιστές χρησιμοποίησαν τους αρχαίους Έλληνες προκειμένου να αντλήσουν επιχειρήματα στην πολεμική τους εναντίον των φεουδαρχικών δυνάμεων του δικού τους Μεσαίωνα, χειραφετούμενοι από την επιρροή του Ελληνικού Βυζαντίου και της Καθολικής Εκκλησίας.

Έλληνες που τις μοναδικές υπαρκτές δυνάμεις που ήταν ικανές, αν τους δινόταν ικανή πίστωση χρόνου, μέσα από την μεταξύ τους διαμάχη, θα μπορούσαν ν’ αποκαταστήσουν ολοκληρωμένη τη δημοκρατική παράδοση του τόπου συνδέοντας την αρχαία Εκκλησία του Δήμου με τη Χριστιανική Εκκλησία (υπό το Βυζαντινό θεσμό της Πενταρχίας των Πατριαρχών), και τις Εθνοσυνελεύσεις της μεγάλης Επανάστασης του ’21 με τη Βουλή των Ελλήνων του 21ου αιώνα.

Δυνάμεις τις οποίες ο Κοραής ως Γ. Πανταζίδης γράφοντας από το Παρίσι στον εκδότη του “ΑΠΟΛΛΩΝΑ”, Αναστ. Πολυζωίδη τις χαρακτήριζε με δυσφημιστικό και υποτιμητικό τρόπο με τα εξής λόγια:

“Η ταλαίπωρος πατρίς μας, φίλε, σήμερον κινδυνεύει να πέση από την Επτανισοβενετική ψώραν εις την Τουρκοφαναριώτικη λέπραν, από κόμητας και καβαλιέρους εις πρίγκιπας και Βειζαντέδες”.

Η συνέχεια είναι σε όλους γνωστή. Κατάληξή της η δημιουργία ενός νεοελληνικού κράτους, θεμελιωμένου στην ηθελημένη ρήξη και διακοπή της πολιτειακής και πολιτιστικής συνέχειας του ελληνισμού από μια πολιτική ηγεσία, η οποία πλην ελαχίστων εξαιρέσεων έβλεπε την κατοχή της πολιτικής εξουσίας ως αυτοσκοπό κι όχι ως μέσο εθνικής συγκρότησης και ολοκλήρωσης, για την οποία η πολιτικοί τακτικισμοί βρίσκονταν πάνω από την εθνική στρατηγική.

Το κράτος αυτό, επιλέγοντας συνειδητά τον μεταπρατικό εξευρωπαϊσμό του, επέλεξε έναν ανέφιχτο στόχο προς τον οποίο συμπαρέσυρε το σύνολο των εθνικών δυνάμεων ευνοώντας και κατευθύνοντας τις ελίτ των δυνάμεων αυτών σε μια Σισύφεια προσπάθεια. Η επιλογή του αυτή συνιστά μια αυτοκαταδίκη που μας εγκλωβίζει μέσα σε έναν φαύλο κύκλο όπου ο μεταπρατισμός γεννάει καθυστέρηση, η καθυστέρηση την παρακμή, η παρακμή τη μειονεξία και πάλι από την αρχή.

Και να που με αυτά και αυτά φτάσαμε στο διά ταύτα. Υπάρχει άραγε τρόπος να σπάσουμε αυτό το φαύλο κύκλο;

Δυστυχώς η ιστορία δεν ερευνά για να γράφει συνταγές για το σήμερα. Παρ’ όλον τούτο, είναι στο ρόλο της να υποδεικνύει κάποιους νέους τρόπους κατανοήσεως των ανθρώπων και των καταστάσεων που συντελούν στην ολοκλήρωση των ιστορικών γεγονότων.

Στο μέτρο που οι δυνάμεις μου επέτρεπαν, προσπάθησα να συμβάλλω σε εκείνη την κατανόηση των προσώπων, με τρόπο ώστε να ανοίξει ο δρόμος στην καρδιάς μας που θα οδηγήσει επιτέλους στην κάθαρση, τη μόνη ικανή να ολοκληρώσει την ατομική και συλλογική αυτή τραγωδία μέσα από την αποδοχή και την αγάπη των θυμάτων ως πραγματικών άλλων που είναι σάρκα από τη σάρκα μας και αίμα από το αίμα μας.

Χωρίς αυτήν την αγαπητική συ-γ-χώρηση μαζί τους, θα επαναλαμβάνουμε στο διηνεκές το σφάλμα των φαρισαίων και των γραμματέων του ευαγγελίου, οι οποίοι, ενώ οι πατέρες τους έσφαζαν τους προφήτες, οι ίδιοι κηρύσσονταν αθώοι του αίματος, ισχυριζόμενοι πως αν ζούσαν τότε αυτοί δεν θα έκαναν τα ίδια.

Χωρίς αυτήν την αγαπητική συ-γ-χώρηση ο δρόμος για την ολοκλήρωση της μεγαλειώδους επ-ανάστασης του γένους θα περαμένει αδιέξοδος και το 1821 θα είναι ανολοκλήρωτο και κολοβό. Πορευόμενοι πάω σε αυτόν δεν θα αποκτήσουμε ποτέ το αληθινό δικό μας πρόσωπο, ώστε ως γνήσιοι, πραγματικοί και όχι φαντασιακοί Έλληνες να συμμετάσχουμε στον παγκόσμιο πολιτισμό της τρίτης μετά Χριστόν χιλιετίας.

Ένα πολιτισμό που κατά πως φαίνεται θα είναι υπερεθνικός, πανανθρώπινος και πλανητικός, ικανός να μας πάει στα άστρα και του οποίου πυρήνας ελπίζουμε ότι δε θα είναι το “βιορομπότ” μια σύζευξη μηχανής και ανθρώπου, δηλαδή μια “ανθρωπομηχανή”, αλλά αυτός που στην ελληνική χριστιανική παράδοση ονομάζεται “πρόσωπο” δηλαδή Άτομο εφοδιασμένο:

  • Πρώτο: με την ικανότητα να αποστασιοποιείται από τις ανάγκες του
  • Δεύτερο: με την ικανότητα να συνυπολογίζει στη δράση του το καλό του συνόλου, αρά να σκέφτεται με κέντρο όχι τον εαυτό του αλλά τον άλλο ως πραγματικό άλλο
  • Τρίτο: με την ικανότητα να “μπαίνει μπροστά” και να “θυσιάζεται” όταν είναι ανάγκη.

Θα είναι δηλαδή Άτομο, αλλά αυθυπερβατικό – καθολικό.

Το όνειρό μου για έναν τέτοιο πολιτισμό το αφιερώνω στα παιδιά μου και την σπουδάζουσα νεότητα της Ελλάδας, η οποία αν και στο σημερινό παρόν είναι σιωπηλή, εν τούτοις είμαι σίγουρος πως μένει πάντοτε άγρυπνη και ανήσυχη, αφουγκραζόμενη το μέλλον.

Απευθυνόμενος σε αυτή τη νεότητα με την ιδιότητα του καθηγητή, η οποία κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας μου συνήθιζε να με αποκαλεί με τον κολακευτικό της τρόπο «δάσκαλο», θέλω να πω πως πρέπει να νιώθει τυχερή γιατί ο καιρός της είναι ένας πάρα πολύ ενδιαφέρον καιρός και είναι ωραίο που αυτή συγκροτεί τον τρίτο κύκλο στον τελετουργικό χορό των αρχαίων Σπαρτιατών.

Ένα χορό που πριν τρεις χιλιάδες χρόνια άνοιγε με το «ζωνάρι» των γερόντων που τραγουδούσαν αναπολώντας: «Κάποτε εμείς ήμασταν οι δυνατοί». Και το ζωνάρι των ώριμων ανδρών απαντούσε: «Τώρα εμείς είμαστε οι δυνατοί κι αν θέλεις δοκίμασε μας». Και μπαίνοντας οι νέοι μετά από αυτούς διατράνωναν: «Άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες. (Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας)». Γένοιτο με του Θεού τη δύναμη και την ευχή μας.

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Πηγή: Νέα Πρωινή



Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4.6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 756 αξιολογήσεις)
Τέλειο80%
Πολύ καλό10%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Κακό7%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up