Η ζήλεια είναι κακός σύμβουλος (Π. Βότσης)

«Η ζηλιάρα Ήρα σκότωσε τη Σεμέλη, τη μητέρα του Διονύσου, επειδή ήταν ερωμένη του Δία, ο οποίος με καισαρική τομή έβγαλε τον Διόνυσο από τη νεκρή μητέρα του…» Ελληνική μυθολογία

Ο Πολύκαρπος, όνομα και πράμα, αφού είχε πέντε παιδιά, κόλλησε στο χωριό μας επειδή παντρεύτηκε μια συγχωριανή μας και κατάφερε να χωθεί στη νομαρχία ως γραμματέας της κοινότητάς μας.

Έτυχε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία σε φυλάκιο του χωριού μας κι έτσι γνώρισε τη γυναίκα του, τη Στόινα. Γεγονός είναι ότι, όταν υπηρετούσε, γάμπριζε από τότε. Όργωνε όλες τις γειτονιές μέχρι που δεν τον γάβγιζαν τα σκυλιά γιατί τον γνώριζαν. Έτσι γνώρισε τη γυναίκα του που τη συγκίνησε, ανταποκρίθηκε, την αγάπησε και παντρεύτηκαν.

Δεν άργησε κι όχι εν αδίκω ν’ αποκτήσει τη φήμη του γυναικά. Έχοντας τη φήμη του γυναικά κι ακούγοντας από διάφορους καλοθελητές διάφορα για τα τσιλιμπουρδίσματα του άντρα της, η Στόινα άρχισε να τον ζηλεύει που η ζήλια της σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε παθολογική.

Συχνά τον ξετρύπωνε σε απίθανα μέρη και του ΄βαζε τις φωνές.

«Τι γυρεύεις εδώ και περιφέρεσαι;», τον ρωτούσε.

«Ήρθα να ειδοποιήσω πως χρειάζονται μια βεβαίωση από την κοινότητα ή ήρθα να τους πω ότι πρέπει να’ ρθουν να δηλώσουν τα παιδιά που είχαν γεννηθεί.»

«Και γι΄αυτά δεν έπρεπε να πάει ο κλητήρας; Τι τον έχουμε και τον πληρώνουμε;»

Πού να καταλάβει η φουκαριάρα η Στόινα, αγράμματη καθώς ήταν, τι ήταν αυτά που έλεγε ο άντρας της. Συχνά τον μάζευε από ξένες γειτονιές με φωνές που τις άκουγε όλο το χωριό. Ο Πολύκαρπος με την ουρά στα σκέλια κι αμίλητος προχωρούσε και η γυναίκα τον ακολουθούσε φωνάζοντας.

Μια χήρα, η Νεβένα, λέγανε πως είχε μπει στο ερωτικό στόχαστρο του Πολύκαρπου, ενώ άλλοι ισχυρίζονταν ότι υπήρχαν σχέσεις. Από τη στιγμή που το ‘μαθε η Στόινα, είτε έβλεπε να βγαίνει ο Πολύκαρπος από το σπίτι, είτε έβλεπε τη χήρα, τους ακολουθούσε.

Κάποια μέρα η δύσμοιρη Νεβένα, που ο άντρας της σκοτώθηκε στον Εμφύλιο, ήρθε στη γειτονιά της Στόινας για επίσκεψη σε συγγενικό της σπίτι. Η Στόινα μόλις την είδε, θορυβήθηκε και κρύφτηκε περιμένοντας. «Σίγουρα θα φανεί κι ο “λύκος” ο δικός μου». Νύχτωσε σχεδόν και η Στόινα στην κρύπτη της καρτερούσε.

Κάποια στιγμή, να ‘την η Νεβένα, βγήκε από το συγγενικό της σπίτι για να πάει στο δικό της. Δεν άντεξε η Στόινα και της επιτέθηκε λεκτικά.

«Τι γυρεύεις μωρή στη γειτονιά μας; Ήρθες να ξελογιάσεις τον άντρα μου;»

«Μπα, θα μου απαγορέψεις να επισκέπτομαι τους συγγενείς μου; Ποια είσαι συ;»

«Εγώ είμαι η γυναίκα του, έχουμε πέντε παιδιά και πας εσύ να μου διαλύσεις την οικογένεια.»

«Τέτοια που είσαι καλά κάνει και ξενοκοιτάζει ο άντρας σου και μ’ αυτά που κάνεις συνέχεια τον διώχνεις.»

Ο γυναικοκαβγάς συνεχίστηκε με ακροατήριο σχεδόν όλη τη γειτονιά, ώσπου βγήκαν τα μεγαλύτερα παιδιά της Στόινας και την έσυραν στο σπίτι τους. Ένα σούρουπο, η Στόινα βρέθηκε στη γειτονιά της Νεβένας. Σαν αντάμωσε τη χήρα με μια στάμνα στο κεφάλι κι από μία στα χέρια, δεν είπε τίποτα, ούτε που την άφησε να περάσει.

Πήγαινε η Νεβένα σερνάμενη κουνάμενη στην πηγή να γεμίσει τις στάμνες της. Που να ‘ξερε τι την περίμενε. Η Στόινα απ’ άλλο μονοπάτι πήγε προς την πηγή και κρύφτηκε πίσω από κάτι παλιοντούβαρα. Γέμισε τις στάμνες η Νεβένα και καθώς περνούσε δίπλα από τα παλιοντούβαρα που παραφύλαγε η Στόινα, της ήρθε μια κοτρόνα στην πλάτη που της έκοψε την ανάσα. Οι στάμνες γίνανε κομμάτια και η Νεβένα έβαλε τις φωνές: «Με
σκότωσαν!».

Κανένας δεν την άκουσε, κανένας δεν είδε κάτι. Η Νεβένα έσκυψε, πήρε την κοτρόνα και γύρισε στο σπίτι της μουρμουρίζοντας. Μαζί με τη μάνα της,
πήγαν κατευθείαν στον σταθμό της χωροφυλακής και υπέβαλε μήνυση κατά της Στόινας, κι ας μην την είδε. Την είχε ανταμώσει καθώς πήγαινε στην πηγή και ήταν σίγουρη πως ήταν αυτή.

Ο σταθμάρχης αυτοπροσώπως πήγε στο σπίτι του Πολύκαρπου καιτους συμβούλεψε: «Θα στείλω έναν χωροφύλακα και θα σας καλώ στο τμήμα. Εσύ κυρα-Στόινα θα κρυφτείς για να μην πας αυτόφωρο και θα ‘ρθει μόνο ο σύζυγος». Κι έτσι έγινε.

Ο Πολύκαρπος, όταν επέστρεψε, τρομοκράτησε τη γυναίκα του πως κινδυνεύει να πάει φυλακή κι ότι πρέπει να επισκεφθεί τη Νεβένα, να της μιλήσει μπας και την πείσει ν’ αποσύρει τη μήνυση. Η Στόινα τα πίστεψε όλα αυτά και του είπε: «Να πας, επειδή όμως δεν σου έχω εμπιστοσύνη θα ‘ρθει μαζί σου ο ξάδελφός μου ο Κίτσες.»

Πήγε το άλλο βράδυ ο Πολύκαρπος μαζί με τον Κίτσε, κλείστηκε σ’ ένα δωμάτιο με τη Νεβένα και ο Κίτσες κουβέντιαζε με τη μάνα της. Ακούστηκαν φωνές στην αρχή αλλά μετά πήραν τ’ αυτιά τους κάτι περίεργους αναστεναγμούς και ξεφυσήματα και νόμισαν πως έκλαιγε η Νεβένα. Όταν βγήκαν, κάπως φουντωμένοι και οι δυο τους, είπανε πως θ’ αποσυρθεί η μήνυση.

Όταν βγήκαν στον δρόμο για να επιστρέψουν στα σπίτια τους, ο ξάδελφος της γυναίκας του ρώτησε:

«Πως τα κατάφερες βρε αθεόφοβε;»

«Της έταξα γάμο!»

«Μα είσαι παντρεμένος!»

«Ύστερα απ’ αυτό που έκανε η γυναίκα μου, της είπα ότι θέλω διαζύγιο γιατί διαφορετικά θα την καταγγείλω και θα σαπίσει στη φυλακή και τότε αυτή δέχτηκε να μου δώσει διαζύγιο, αύριο ξεκινάω!»

«Το πίστεψε η Νεβένα;»

«Όχι μόνο το πίστεψε αλλά και… δεν πήρατε χαμπάρι;»

«Χαμπάρι εμείς δεν πήραμε. Εσύ δεν πήρες χαμπάρι ότι καταστρέφεις την οικογένειά σου;”», είπε ο Κίτσες.

«Κανένας δεν είναι άγιος», απάντησε ο Πολύκαρπος!

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης
Αργυρούπολη, Απρίλης 2014


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 226 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο3%
Φτωχό2%
Απαίσιο7%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up