Η Μπάμπα-Γκούτσα (Π.Βότσης)

«Σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι, κάθετον αϊτός βρε- μένος, χιονισμένος και πα- ρακαλεί τον ήλιο να ανατείλει…» – ΔΗΜΩΔΕΣ

Ήταν την άνοιξη του 1948 όταν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού μας το εγκατέλειψαν για να σωθούν από τα βλήματα των κανονιών και τα βόλια των τουφεκιών αφού βρίσκονταν ανάμεσα στους αντιμαχόμενους. Μερικά όμως άτομα είτε ανήμπορα είτε μεγάλης ηλικίας παρέμειναν στα σπίτια τους αφού δεν μπορούσαν να περπατήσουν μέχρι τα σύνορα.

Ενα τέτοιο ζευγάρι άτεκνων γερόντων ήταν η μπάμπα-Γκούτσα και ο ντέντο-Κόλες. Η μπάμπα-Γκούτσα ήταν μια παχουλή γιαγιά με τσιτωμένο και ροδοκόκκινο μάγουλο ενώ ο ντέντο-Κόλες έμοιαζε με ασκητή που το κορμί του έπλεε μέσα στα ρούχα του.

Τόσο η γιαγιά όσο και ο παππούς φορούσαν την τοπική φορεσιά της εποχής και φυτοζωούσαν με λίγα γελάδια και ελάχιστα χωραφάκια, ένα γουρουνόπουλο, λίγες κοτούλες και έτσι είχαν τα απαραίτητα για να ζουν τη μετρημένη φτωχή ζωή τους.

Ο ντέντο-Κόλες έκανε τις δουλειές στα χωράφια και φρόντιζε τα ζώα ενώ η μπάμπα-Γκούτσα είχε αναλάβει τον λαχανόκηπο και το τάισμα του γουρουνιού αλλά φρόντιζε και τις κότες.

Ωστόσο αυτή η γιαγιά είχε κρίσεις σχιζοφρένειας και όταν οι κρίσεις εκδηλώνονταν κυκλοφορούσε στο χωριό, φώναζε και έλεγε διάφορα. Τα μικρά παιδιά του χωριού την παίρνανε από πίσω και την πειράζανε και η γιαγιά τους πετροβολούσε. Ο πετροπόλεμος ανάμεσα στα παιδιά και τη γιαγιά συνέβαινε συχνά. Ένας από τους ειρηνοποιούς αυτού του «πολέμου» γιαγιάς και παιδιών ήταν ο Αντώνης που ήταν πολύ πιο λεπτός από τα παιδιά της ηλικίας του.

Η μπάμπα-Γκούτσα όταν τον έβλεπε, τον έπαιρνε αγκαλιά και τον κανάκευε ίσως γιατί η ίδια δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει παιδιά. Τον έπαιρνε λοιπόν τον Αντωνάκη στην πλάτη της καβαλίκα και έκανε βόλτες στο χωριό αλλά και έμπαινε και στο ποτάμι.

Αν τύχαινε και είχε βρέξει το ποτάμι κατέβαζε μπόλικο νερό αλλά η μπάμπα-Γκούτσα δεν κιότευε. Έπαιρνε τον Αντωνάκη στην πλάτη της, σήκωνε τα φουστάνια της και περνούσε το ποτάμι. Το εντυπωσιακό ήταν πως η γιαγιά δεν παρασύρονταν από τα ορμητικά νερά. Σαν να ηρεμούσαν και να υποχωρούσαν οι φυσικές δυνάμεις μπροστά στη τρέλα της γιαγιάς.

Στις εκκλησίες που πήγαινε η μπάμπα-Γκούτσα άναβε όλα τα καντήλια, φιλούσε όλες τις εικόνες και προσεύχονταν. Τόσο στον Άη-Νικόλα όσο και στον Άη Χαράλαμπο υπήρχε πάντα κάποιος άνθρωπος αφού στους ναούς υπήρχε και ξενώνας και φαγητό.

Η γιαγιά μαζί με τον Αντωνάκη στρώνονταν στο τραπέζι, έτρωγαν και έφευγαν. Αν κάποιος αντάμωνε την μπάμπα-Γκούτσα και της έκανε παρατήρηση που πετροβολούσε τα παιδιά ή για κάτι άλλο, η αγαπημένη της απάντηση ήταν μια σέρβικη φράση: «Πούσσκα ντα τε ισπούτσα» (τουφέκι να σε χτυπήσει), φράση που πιθανόν να είχε ακούσει κατά τη διάρκεια του Σερβοβουλγαρικού πολέμου στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα που οι Σέρβοι βρίσκονταν στο χωριό μας.

Αν τα παιδιά πετύχαιναν τη μπάμπα-Γκούτσα στο ποτάμι της φωνάζανε ρυθμικά να τους δείξει τα απόκρυφα της και τότε αυτή σήκωνε τη φούστα της και την πουκαμίσα και καθώς δε φορούσε εσώρουχο έβλεπαν τα πιτσιρίκια το σώμα της.

Όταν η μπάμπα-Γκούτσα ήταν με τα καλά της, κάτι που συνέβαινε συχνά, καθόταν σε μια πέτρα δίπλα από την εξώπορτα του σπιτιού της ήσυχη και έκανε διάφορες γυναικείες δουλειές, όπως μπάλωμα, πλέξιμο και άλλα. Όταν περνούσε κάποιος τον χαιρετούσε πάντα με χαμόγελο. Έπαιζε το μάτι της, λέγονταν στο χωριό πως είχε και εραστή.

Ο ντέντο-Κόλες κάθε τόσο πήγαινε με τα λίγα γελάδια του έξω από το χωριό για να βοσκήσουν τα ζώα και γυρνούσε με το γαϊδουράκι του φορτωμένο με ξύλα. Πολλές φορές τα γελάδια του τα έβοσκε στις αυλές σπιτιών του χωριού που είχαν εγκαταλειφθεί και είχαν χορταριάσει.

Μια μέρα έβοσκε τα ζωντανά του στον περίβολο της εκκλησίας και μπήκε ο Μπέλος, ένα άσπρο βόδι που όταν έβλεπε γέροντα ή γριούλα να φοράνε τις τοπικές φορεσιές, τους έπαιρνε στο κυνήγι και τους κουτουλούσε. Εκείνη την ημέρα στον περίβολο της εκκλησίας είδε ο Μπέλος τον ντέντο-Κόλε, όρμησε κατά πάνω του και τον στρίμωξε στη μάντρα της εκκλησίας. Ο παππούς κατάφερε κι ανέβηκε σε ένα παλιοντούβαρο και άρχισε να καλεί βοήθεια.

Ήταν τυχερός αφού εκείνη την ώρα περνούσαν κάτι φαντάροι που πήγαιναν στο φυλάκιο και οι οποίοι έδιωξαν τον Μπελο. Η μπάμπα-Γκούτσα και ο ντέντο-Κόλες πέρασαν μια ήσυχη κι αθόρυβη ζωή τα τελευταία τους χρόνια κι έτσι ήσυχα όπως έζησαν έτσι κι έφυγαν αθόρυβα αφήνοντας μια νοσταλγική εικόνα στους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού.

Πέθαναν και οι δύο όχι όμως μαζί. Πρώτα έφυγε ο ντέντο- Κόλες και μετά από αυτό η μπάμπα-Γκούτσα έβγαλε διαβατήριο και πήγε μακριά και πέθανε και θάφτηκε μακριά από τον άντρα της…

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η Μπάμπα-Γκούτσα (Π.Βότσης)

  • 07/09/2019, 22:47
    Permalink

    τουφέκι να σε χτυπήσει
    пушка да те удари (βουλγαρικά)
    пушка да те удри (σλαβομακεδονικά)
    пушка да те удари (σερβικά)
    και η γιαγιά ειπε: «Πούσσκα ντα τε ισπούτσα»
    όπως οι Έλληνες της Μικρς Ασίας έχασαν τη γλωσσα του και μιλουσαν τουρκικά, έτσι και οι περισσότεροι Έλληνες της Μακεδονίας έχασαν τη γλωσσα τους και μιλουσαν βουλγαρικά. επομένως και οι σκοπιανοί ειναι Έλληνες ως προς το αιμα σε μεγάλο ποσοστό αλλά μιλανε βουλγάρικα. αυτή ειναι η ιστορία με λίγες λέξεις.

    Σχολιάστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up