«Και που λες Ευτυχία, ευτυχία δε βρήκαμε…» – ΗΧΩλόγιο

ΗΧΩΛΟΓΙΟ

Καθώς τα χρόνια περνούν, αγαπημένοι μου, ο κόσμος ένα γύρω αλλάζει, πράγμα πολύ φυσικό άλλωστε. Ωστόσο, από καταβολής κόσμου θαρρώ, πως κάτι παραμένει το ίδιο και αυτό το κάτι είναι η επιθυμία του ανθρώπου να βρει την ευτυχία.

Η ευτυχία όμως ξεγλιστράει συνεχώς και καθώς το κυνήγι της αποδεικνύεται μάταιο, ο άνθρωπος του έχει δώσει μία εντελώς διαφορετική πορεία και έναν διαφορετικό προσανατολισμό, βαφτίζοντας ευτυχία εκείνο το συναίσθημα που προκαλεί η ξέφρενη διασκέδαση και απόκτηση υλικών αγαθών. Σαν υποκατάστατο της ευτυχίας, αγαπημένοι μου, η διασκέδαση διέθετε πάντα ακαταμάχητα θέλγητρα.

Και καθώς η ευτυχία είναι εξαρτημένη από χίλια δυο, και είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να αποκτηθεί, προτιμάμε τη διασκέδαση γιατί πιστεύουμε ότι είναι του χεριού μας. Αρκεί να είναι γεμάτη η τσέπη. Όποιος πληρώνει το αντίτιμο την αποκτά.

Να όμως που, τώρα με την οικονομική κρίση, οι τερπνές υπηρεσίες της διασκέδασης έχουν γίνει αναπάντεχα πιο ακριβές. Τι θα γίνει, λοιπόν, αγαπημένοι μου; Θα δυστυχήσουμε διπλά; Εκτός από φτωχότεροι θα γίνουμε και ανίκανοι να ξεδίνουμε; Πριν την κρίση είχαμε χρήματα για ξόδεμα και αρκετά πράγματα ειδικά κατασκευασμένα για να μας φτιάχνουν τη διάθεση.

Η κρίση απέδειξε πως δεν ήταν τίποτε άλλο από «χαρούμενα πράγματα για λυπημένους ανθρώπους». Πράγματι, παρ’ όλο που ο άνθρωπος, προ κρίσης, διασκέδαζε πολύ, χωρίς μέτρο θα έλεγα, και είχε την πολυτέλεια να προμηθεύεται όλο και περισσότερα αγαθά, η διάθεση έφτιαχνε όλο και δυσκολότερα, όχι επειδή τα πράγματα που προμηθεύονταν ήταν ελαττωματικά, αλλά επειδή ο εθισμός στην αγορά της διασκέδασης του υπενθύμιζε διαρκώς ότι ήταν δέσμιος μιας δοσοληψίας.

Από το πόσα είχε στην τσέπη του εξαρτιόταν το τι θα’βαζε στην καρδιά του. Ποθούσε να συγκινηθεί έως δακρύων; Έπρεπε να πληρώσει. Ποθούσε να γελάσει; Έπρεπε να πληρώσει. Ποθούσε να ερωτευτεί; Έπρεπε να πληρώσει. Και αυτό ήταν μια υποχρέωση που τον ξανάφερνε πίσω στην εργασία και στις έγνοιες του.

Ωστόσο, το πρόβλημα αντιμετωπιζόταν γρήγορα και χωρίς πολλούς δισταγμούς, όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες. Ήταν ανάγκη πάση θυσία να εξασφαλισθεί η διασκέδαση για να εμποδίσει τη σκέψη να πάει εκεί όπου δεν θα ‘ξερε κυριολεκτικά τι να κάνει. Και ακριβώς όπως έλεγε ο Πασκάλ: «Για να μη βλέπει μπροστά του τον γκρεμό, ο άνθρωπος υψώνει φράχτες και δεν κοιτάει παρά μόνον αυτούς…»

Διασκεδάζουμε, λοιπόν, αγαπημένοι μου, για να μη σκεφτόμαστε; Στο ερώτημα αυτό είναι φυσικό να απαντούν οι περισσότεροι με ένα «ε, και λοιπόν;» και να συνεχίζουν τον δρόμο τους και θα έχουν και κάποιο δίκιο. Κανένας δεν θα ήταν δυνατόν να αποδεχτεί ότι η ζωή θα έπρεπε να είναι διαρκώς αφιερωμένη σε σκέψεις δύσκολες και μάλιστα σ’αυτές που δεν βγάζουν πουθενά.

Εδώ είναι το πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι ο θάνατος που συσκοτίζει το μυαλό των ανθρώπων, είναι η αδυναμία. Ο θάνατος δεν αντιπαλεύεται, αλλά η δυστυχία τουλάχιστον μετριάζεται. Συνεπώς, θέλουμε διασκέδαση για να λησμονούμε αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε για να βελτιώσουμε τη ζωή μας.

Είμαστε υπερβολικά τεμπέληδες και, για να μην το θυμόμαστε, ψάχνουμε τη δράση μέσα στις ταινίες, στο θέατρο, στα μπουζούκια, στα κλαμπ και σε κάθε είδους θέαμα που διεγείρει την όραση και την ακοή σε σημείο που ακόμη και η φαντασία να μοιάζει περιττή. Το είχε διακρίνει ο Ρουσό, ο κληρονόμος του Πασκάλ: «Όσο περισσότερο βλέπουμε, τόσο λιγότερο φανταζόμαστε…»

Η κριτική του θεωρήθηκε πουριτανική και ηθικολογική. Είπανε πως έβαλε κατά του θεάτρου, επέκρινε τη μαγεία επί σκηνής. Τι ήθελε λοιπόν ο Πασκάλ; Να μην το ρίχνουν έξω πότε – πότε οι καημένοι οι θνητοί; Άλλο, όμως, αγαπημένοι μου, να «το ρίχνει έξω» κανείς κι άλλο να «ρίχνεται έξω» ολόκληρος. Και σήμερα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η επίκριση των θεαμάτων από τον Ρουσό ήταν πιο διεισδυτική απ’ όσο νόμισαν οι κατήγοροί του.

Το ότι μπούκωσε η φαντασία από τα πολλά θεάματα είναι γεγονός. Όμως η φαντασία είναι εκείνο το στοιχείο που βοηθάει τον άνθρωπο να δει τις σκοτούρες του και τις δυσκολίες της κάθε ημέρας σαν μέρη ενός «έργου» που εκτυλίσσεται. Και μέσα από αυτό φαντάζεται κιόλας μια κάποια λύση. Λέει: «Σ’ αυτό το συμβάν θα δώσω περισσότερη σημασία, στο άλλο λιγότερη.

Ρυθμίζω κάπως τις χαρές και τις θλίψεις, εποπτεύω τη ζωή μου, τη ζω, αλλά και την παρακολουθώ από κάποιο… «θεωρείο». Αν κάτι δεν πάει καλά, τίποτα δεν θα με εμπόδιζε να το διορθώσω…» Είναι φανερό, αγαπημένοι μου, ότι μια τέτοια στάση αποκλείεται όταν κανείς έχει συνηθίσει να ρίχνεται ολόκληρος στη διασκέδαση.

Σήμερα, βέβαια, οι περιστάσεις απαγορεύουν αυτήν τη συνήθεια. Τα χρήματα όλο και λιγοστεύουν, τα χαρούμενα πράγματα είναι δυσπρόσιτα. Τι μένει λοιπόν; Μένει να βρεθούν χαρές που δεν οφείλονται αποκλειστικά στα πράγματα. Αφού έτσι κι αλλιώς, και προτού την κρίση, τα χαρούμενα πράγματα δεν κατάφερναν να διώξουν τη λύπη, αυτό που έχουν να κάνουν οι λυπημένοι και ανόρεχτοι άνθρωποι είναι να θυμηθούν ότι κάτι «μεταξύ τους» θα μπορούσε να είναι πολύ πιο θεραπευτικό.

Αν τα πράγματα της διασκέδασης κοστίζουν πολύ (και επιπλέον δεν αξίζουν την τιμή τους), οι ίδιοι οι άνθρωποι μπορούν να προσφέρονται δωρεάν ο ένας στον άλλον. Και μόνο το να βρίσκονται στον ίδιο χώρο και να κουβεντιάζουν, να διηγούνται, να γελούν ή να κλαίνε αντάμα, να παριστάνουν άλλους με τη φωνή, τους μορφασμούς και τις χειρονομίες τους, θα ήταν ένα πρώτης τάξεως υλικό για να παιχθεί ένα θεατρικό παιγνίδι που όλοι θα το θεωρούσαν διεγερτικό.

Οι ανάγκες, αγαπημένοι μου, σήμερα σπρώχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Το θεωρείτε αναχρονιστικό; Μήπως είναι παλινδρόμηση; Μα, αφού το απαιτεί η παρούσα κατάσταση, γιατί να’ ναι οπισθοδρόμηση στο παρελθόν; Ναι, είναι γεγονός ότι οι συντροφιές και τα σπιτικά τσιμπούσια είχαν περιοριστεί τα τελευταία χρόνια για να δώσουν χώρο σε θεάματα και τεχνουργήματα προορισμένα να θαμπώνουν το μάτι και να βουλώνουν το στόμα.

Ίσως όμως μερικά σπίρτα με τα οποία άναβαν οι παλιές παρέες έμειναν άκαυτα. Είναι απ’ αυτά τα αποθέματα που διατηρούνται σε κάθε λαό και χρησιμοποιούνται σε ώρες ανάγκης. Βγάζουν από μέσα ό,τι έχουν και δεν έχουν. Είχα διαβάσει κάποτε πως, στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και καθώς τα γερμανικά βομβαρδιστικά σφυροκοπούσαν την πόλη, οι άμαχοι κάτοικοι του Λονδίνου, μέσα στα αντιαεροπορικά καταφύγια, συνέχιζαν να σερβίρονται το τσάι τους, έστω και με πρόχειρα μέσα!

Έτσι, πέρναγαν τις δύσκολες ώρες. Οι Εγγλέζοι βασίζονται πολύ στο τυπικό τους. Αν δεν υπήρχε αυτό, δεν θα υπήρχε ούτε και το φλέγμα τους. Όσο για μας εδώ, το ερώτημα είναι αν έτσι όπως είμαστε, χωρίς τσάι και σιγανές κουβέντες με το κουταλάκι, χωρίς τυπικό και χωρίς φλέγμα, θα ξαναβρούμε κάτι απ’ αυτό που μας ζέσταινε άλλοτε και διόρθωνε κάπως τις ζημιές;

Εκείνη την υπέροχη σύναξη γύρω από ένα στρωμένο τραπέζι. Δεν είναι ιερό το φλιτζάνι εδώ, είναι το πιάτο. Ας το τιμήσουμε όπως του πρέπει. Και στα
στενάχωρα χρόνια που ζούμε και που θα αργήσουν να έρθουν άλλα καλύτερα, ας αρχίζει η διασκέδασή μας με μια πρόποση: Να συντρώγουμε για να μην αλληλοφαγωθούμε…

Με αγάπη εύα!


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 126 αξιολογήσεις)
Τέλειο87%
Πολύ καλό4%
Μέτριο0%
Φτωχό3%
Απαίσιο6%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up