«Μέρα μαγιού εμίσεψε ένας ωραίος Έλληνας…» – ΗΧΩλόγιο

Ήταν Πρωτομαγιά του 1976, ξημερώματα, όταν ένα Fiat καρφώθηκε σε ένα υπόγειο κατάστημα στη συμβολή των οδών Βουλιαγμένης και Όλγας. Οδηγός ο Αλέκος Παναγούλης, από τους ελάχιστους ήρωες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας που «ΖΕΙ». Ίσως γιατί είναι απορίας άξιον πώς το πρόσωπό του, ένα πρόσωπο τρυφερό, χαμογελαστό και ταυτόχρονα οικείο και ερωτικό, μπορεί να ταιριάξει με τη δράση του την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών.

Μια δράση υπερμεγέθης, πολυσχιδής, ανατρεπτική, αναμφίβολα επαναστατική. Ο Αλέκος Παναγούλης είναι ο άντρας που πέρασε από το ελληνικό Γκουαντάναμο της εποχής, τις στρατιωτικές φυλακές στο Μπογιάτι, σε ένα κελί – τάφο, και άντεξε! Είναι ο ίδιος άντρας που φωτογραφίζεται ερωτευμένος, αγκαλιά με τη ντίβα της ιταλικής δημοσιογραφίας Οριάνα Φαλάτσι.

Η προσωπική «τρέλα» του Παναγούλη ξεπερνούσε όρια, φραγμούς, στερεότυπα. Πέρασε από κόμματα αλλά δεν χώρεσε στα κοστούμια τους. Ήταν ένα άνθρωπος που φλέρταρε με τον θάνατο, αλλά αγαπούσε τη ζωή. Όμως ο μύθος του αντέχει στον χρόνο και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί υποκλίθηκαν μπροστά του ακόμα και οι ίδιοι οι εχθροί του.

Ο αρχιβασανιστής της χούντας, Θόδωρος Θεοφιλογιαννάκος,ο άνθρωπος που για τρία ολόκληρα χρόνια, στο Μπογιάτι, του κεντούσε με καυτές βελόνες την ουρήθρα του, κάποια στιγμή παραλήρησε μπροστά στους δικαστές: «Παρακαλώ να πιστέψει ότι τον εκτιμώ πολύ, ότι πάντα τον εκτιμούσα, ότι και τότε τον εκτιμούσα, τον εκτιμούσαμε πολύ… Διότι, κύριοι, ήταν ο μοναδικός που δεν υπέκυψε! Ο μοναδικός που δεν λύγισε ποτέ!». Αλλά και ο Δημήτρης Ιωαννίδης, ο αρχηγός της ΕΣΑ, έκπληκτος μπροστά στο σθένος του κρατούμενου Παναγούλη, θα παραδεχθεί: «Δεν μιλάει. Πέσαμε στην περίπτωση, ένας στο εκατομμύριο…».

Στο Μπογιάτι, ο Παναγούλης γράφει για να μην τρελαθεί. Κι επειδή δεν είχε χαρτί και μολύβι, γράφει στους τοίχους με το αίμα του. Δυο συλλογές ποιημάτων του εκδόθηκαν με μεγάλη επιτυχία από τον ιταλικό οίκο Rizzoli, με τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι να υπογράφει τον πρόλογο και στις δυο εκδόσεις. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε κάποια από αυτά τα ποιήματα.

Ο Παναγούλης τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο λογοτεχνίας Βιαρέτζιο. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στη Γλυφάδα το 1939. Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά γιος του αξιωματικού του στρατού ξηράς Βασιλείου Παναγούλη και της Αθηνάς Παναγούλη. Την εποχή της κορύφωσης του αγώνα για το 1-1-4, σπούδαζε στη Σχολή Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων του Πολυτεχνείου, ενώ είχε ενταχθεί στην Οργάνωση της Νεολαίας της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου.

Έναν μήνα μετά την επιβολή του πραξικοπήματος, λιποτακτεί, εγκαταλείπει το στράτευμα στο οποίο έκανε τη θητεία του, και οργανώνει την αντιστασιακή του δράση. Ήταν η εποχή που γνώρισε τον αμφιλεγόμενο Κύπριο υπουργό Άμυνας -και αρχικώς διώκτη τουΠολύκαρπο Γεωρκάτζη, ο οποίος υποσχέθηκε να συμπλεύσει με τον Παναγούλη, ώστε να γίνει πραγματικότητα η απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου. Εκρηκτικά, χρήματα και προκηρύξεις έφθαναν στην Αθήνα, κρυμμένα στους διπλωματικούς σάκους της κυπριακής πρεσβείας.

Ήταν Αύγουστος του 1968, Τρίτη και 13, 7.30 το πρωί. Συνοικισμός, Καλύβια, Λαγονήσι. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος μπαίνει στο αλεξίσφαιρο αυτοκίνητο που κάποτε ανήκε στον αφρικανό πρώην δικτάτορα της Γκάνα, τον Κοάμε Νικρουμά. Του το είχαν δωρίσει κάποιοι επιχειρηματίες. Μπροστά πήγαιναν οι μοτοσυκλετιστές, πιο πίσω το αυτοκίνητο της Αστυνομίας και πίσω από την πρωθυπουργική λιμουζίνα το αυτοκίνητο της Ασφάλειας.

Ο εκρηκτικός μηχανισμός που είχε τοποθετήσει ο Παναγούλης εκπυρσοκρότησε στη στροφή του 31ου χιλιόμετρου της παραλιακής Αθηνών – Σουνίου, δευτερόλεπτα μετά το πέρασμα της αυτοκινητοπομπής. «Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε, να σκοτώσω τον τύραννο… »,έγραψε αργότερα ο ίδιος. Ο Παναγούλης βούτηξε στη θάλασσα για να ξεφύγει… όμως τον συνέλαβαν και οδηγήθηκε στο ΕΑΤ – ΕΣΑ, για να βασανιστεί με αγριότητα πρωτοφανή, από τον Θεοφιλογιαννάκο, τον Μάλλιο, τον Μπάμπαλη. Μια αγριότητα που τον «αγιοποιούσε» στα μάτια του κόσμου.

Η εφημερίδα «Ακρόπολη» κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα στα περίπτερα με πρωτοσέλιδο τη «Δολοφονική απόπειρα εναντίον του Πρωθυπουργού» και στο πλάι δημοσίευε τη φωτογραφία του Παναγούλη, ξυπόλητο με το μαγιό: «Αυτός είναι ο δράστης». Στη δίκη που ακολούθησε τον Νοέμβριο, καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Μεταφέρθηκε στην Αίγινα για να τουφεκιστεί αλλά η διεθνής κατακραυγή, ακόμη και με διπλωματικά διαβήματα, άλλαξε τον ρου των γεγονότων.

Στην Ιταλία, στις 12 το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, οι δρόμοι νεκρώνουν, όλα τα μέσα μεταφοράς και τα ΙΧ ακινητοποιούνται. Οι πολίτες σταματούν και τηρούν πέντε λεπτών σιγή. Η Χούντα κάνει ένα βήμα πίσω.
Ο Αλέκος Παναγούλης ξεκίνησε απεργία πείνας στη φυλακή, διαμαρτυρόμενος για το δράμα που ζούσε. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός ζητούν να τον δουν, αλλά η Χούντα αρνείται. Κυκλοφορεί η φήμη ότι έχει «φύγει».

Κάποια στιγμή, δυο φύλακες του έβγαλαν τις χειροπέδες και τον βοήθησαν να πλυθεί. Τον ξύρισαν, τον κούρεψαν, του έδωσαν ρούχα καθαρά και μια μπάλα ποδοσφαίρου και τον έβγαλαν στο προαύλιο της φυλακής. Την επόμενη μέρα δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες του στις εφημερίδες, για να πεισθεί ο κόσμος ότι ο Παναγούλης είναι μια χαρά και καλοπερνάει στο Μπογιάτι.

Τον Ιούνιο του 1969, ο φρουρός του Γιώργος Μωράκης τον βοήθησε να δραπετεύσει. Πήραν μαζί το λεωφορείο της γραμμής! Ο Παναγούλης ήταν προκλητικά ψύχραιμος, γέλαγε και έκανε αστεία με τον εισπράκτορα. Επί τέσσερις μέρες έψαχναν απεγνωσμένα σπίτι να τον φιλοξενήσει αλλά δεν τον δέχονταν κανείς. Έτρεμαν οι πάντες. Ο κλοιός έσφιγγε μέρα με τη μέρα. Σχεδίαζαν να φύγουν για την Ιταλία, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Τα στόματα άνοιξαν και ο Παναγούλης γνωρίζει τι θα πει προδοσία και βρίσκεται και πάλι στη φυλακή.

Νέα απεργία πείνας, νέα προσπάθεια απόδρασης (συνολικά τρεις), ο ίδιος κατήγγειλε αργότερα σωματική και ψυχολογική βία ασύλληπτων διαστάσεων, μέχρι και απόπειρα δολοφονίας του τον Απρίλιο του 1970. Ύστερα από περιπέτειες τεσσάρων περίπου ετών στις φυλακές, στις 21 Αυγούστου του 1973 αποφυλακίστηκε με ειδικό διάταγμα χάριτος, αρνούμενος την αμνηστία από το καθεστώς.

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την εποχή που η μητέρα του φωτογραφιζόταν με το Ευαγγέλιο στα χέρια της, αυτό στο οποίο προσευχόταν για το μελλοθάνατο παιδί της. Δυο ημέρες μετά την αποφυλάκιση του Αλέκου, αποφυλακίζεται και ο τρίτος γιος, ο Στάθης, ο οποίος μετέπειτα έγινε βουλευτής. Το πατρικό στη Γλυφάδα έσφυζε από κόσμο. Ανάμεσά τους, η Οριάνα Φαλάτσι, που έφθασε στην Αθήνα για να πάρει συνέντευξη από τον «ήρωα». Είχε μόλις επιστρέψει από το Βιετνάμ, ενώ κουβαλούσε το κύρος των συνεντεύξεων που είχε κάνει με τον Φεντερίκο Φελίνι, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν,τον Νόρμαν Μέιλερ.

Έναν μήνα αργότερα δημοσιεύτηκε το αφιέρωμα της Οριάνα Φαλάτσι στον Παναγούλη στο περιοδικό «L’ Europeo». Η Οριάνα, συνεπαρμένη από την προσωπικότητα του Παναγούλη, έγραφε: «…Εκείνη τη μέρα, είχε το πρόσωπο ενός Χριστού, ξανασταυρωμένου δέκα φορές, κι έμοιαζε μεγαλύτερος από τα 34 του χρόνια». Τριγύριζαν μαζί στην πόλη, έτρωγαν σε ταβερνάκια, περπατούσαν στην Πλάκα, διασκέδαζαν στα μαγαζιά της παραλίας. Έζησαν μαζί από τον Οκτώβριο του 1973, όταν ο Παναγούλης αυτοεξορίστηκε στη Φλωρεντία.

– «Θα πεθάνω, κι εσύ θα γράψεις ένα βιβλίο για μένα», της λέει προφητικά ο Παναγούλης. – «Αλέκο, είσαι τρελός!», απαντά γελώντας. «Κι αν πέθαινα εγώ πριν από σένα ή μαζί με σένα;» – «Όχι, όχι», επιμένει εκείνος. «Δεν θα πεθάνεις ούτε πριν από μένα, ούτε μαζί με μένα… Διότι πρέπει να διηγηθείς την ιστορία…». Έτσι κι έγινε. Το 1979, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, η Φαλάτσι έγραψε το «Ένας Άνδρας», που πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο, χαρίζοντας στον Παναγούλη παγκόσμια αίγλη.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, τον σκιαγραφεί: «…Ο συνηθισμένος μύθος του ήρωα που αγωνίζεται μόνος, που χτυπιέται από τους άλλους, που τον περιφρονούν, που δεν τον καταλαβαίνουν. Η συνηθισμένη ιστορία του ανθρώπου που αρνιέται να υποταχθεί σε εκκλησίες, φόβους, μόδες, ιδεολογικά σχήματα, απόλυτες αρχές, απ’ όπου κι αν προέρχονται, μ’ ότι χρώμα κι αν είναι ντυμένες, και κηρύσσει την ελευθερία. Η συνηθισμένη τραγωδία του ατόμου που δεν προσαρμόζεται, που δεν παραδίνεται, που σκέφτεται με το μυαλό του και γι’ αυτό πεθαίνει σκοτωμένος απ’ όλους. Να την, και συ ο μοναδικός δυνατός συνομιλητής μου, εκεί κάτω στο χώμα, ενώ το ρολόι χωρίς δείχτες σημαίνει την πορεία της θύμησης».

Με τη Μεταπολίτευση, ο Παναγούλης επέστρεψε στην Αθήνα και εκλέχτηκε βουλευτής στη Β΄ Αθηνών, με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις του Γεωργίου Μαύρου. Δεν συμπαθούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον θεωρούσε επικίνδυνο. Συγκρούστηκε με στελέχη της Δεξιάς, ιδίως με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, για τη σχέση που διατηρούσαν με το καθεστώς. Παραιτήθηκε από την Ένωση Κέντρου, αλλά παρέμενε στο Κοινοβούλιο ως ανεξάρτητος βουλευτής. Δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα στο σπίτι και το γραφείο του.

θανατηφόρο τροχαίο

Λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, ο ίδιος προανήγγειλε ότι έχει συγκεντρώσει στοιχεία από σημαντικά αρχεία της ΕΣΑ για τη σχέση των χουντικών με εν ενεργεία πολιτικούς και σκοπεύει να τα παρουσιάσει στη Βουλή. Ξημερώματα Πρωτομαγιάς του 1976, το Fiat Mirafiori του Παναγούλη -δώρο της Φαλάτσι– καρφώθηκε σε ένα υπόγειο κατάστημα, στη συμβολή της λεωφόρου Βουλιαγμένης με την οδό Όλγας, στον Άγιο Δημήτριο. Αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ότι τον ακολουθούσαν δυο ή και τρία αυτοκίνητα.

Ήταν πολλοί αυτοί που έκαναν λόγο για πολιτική δολοφονία. Στις 3 Μαΐου, εμφανίστηκε ο Μιχάλης Στέφας που υποστήριξε ότι προκάλεσε χωρίς δόλο το ατύχημα. Ο Τύπος συνέδεσε ευθέως τον θάνατο του Παναγούλη με τις προθέσεις του για αποκαλύψεις.«ΤΑ ΝΕΑ» υιοθέτησαν αμέσως την άποψη περί δολοφονίας του Παναγούλη. Βγαίνουν στα περίπτερα με πρωτοσέλιδο «Τον σκότωσαν για να μη κάνη αποκαλύψεις».

Την ημέρα της κηδείας του, στις 5 Μαΐου, η Αθηναϊκή κυκλοφορεί υπό τον τίτλο «Τι θα απεκάλυπτε ο Παναγούλης στη Βουλή;». Η κηδεία θύμιζε συλλαλητήριο. Κάποιοι μιλούν για ενάμιση εκατομμύριο κόσμου. Παρά το πλήθος, πάνω από το γυάλινο φέρετρο απουσιάζει η θεσμική ελίτ της χώρας: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Στην αυτοβιογραφία της, η Φαλάτσι δηλώνει: «..δεν αγάπησα κανέναν όπως τον Αλέκο (…) Στον τάφο του Αλέκου δεν άφησα ποτέ ένα λουλουδάκι. Κάθε 1η Μαΐου, σε κάθε επέτειο του θανάτου του, του έστελνα 37 κόκκινα τριαντάφυλλα: ναι, ήταν 37 χρονών όταν τον σκότωσαν. (…) Στο κοιμητήριο της οικογένειάς μου, στη Φλωρεντία, έχω βάλει μια επιτύμβια στήλη στη μνήμη του: ναι. Την έχω βάλει στη γωνιά που θα θαφτώ. (…) Η ψυχή του βρίσκεται στην καρδιά μου». Η Φαλάτσι πέθανε και ετάφη στη Φλωρεντία το 2006.

Με αγάπη εύα 


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 179 αξιολογήσεις)
Τέλειο87%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό2%
Απαίσιο5%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up