Με αφορμή τη μάχη της Φλώρινας (του Νίκου Φρυτζαλά)

Φλώρινα – Φλεβάρης 1949

Θα περιοριστώ μόνον σ’ ό,τι έζησα κατά τη μάχη της Φλώρινας στον εμφύλιο. Ήταν νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, όταν με ξύπνησαν η θεία μου με τη μητέρα μου – εγώ τότε 12-13 ετών- και άκουσα τα όπλα να κροτούν, σε διάφορες θέσεις και ρυθμούς γύρω μας, μέσα στην πόλη…

Πρέπει να σας πω, πως το σπίτι μας –διώροφο- βρίσκεται κάτω από το Νοσοκομείο και κοντά στον στρατώνα… Άκουσα να λέει η θεία μου στη μητέρα μου, στα ποντιακά: «ξαν’ έλθαν οι τεμετέρ», δηλαδή «ξαναήλθαν οι δικοί μας». Και αυτό, γιατί οι αγωνιστές του Δ.Σ.Ε., άλλες δύο φορές ξαναμπήκαν στην Φλώρινα.

Εδώ θα περιοριστώ στην τελευταία, το Φλεβάρη του 1949. Ένα μήνα περίπου, πριν τα Χριστούγεννα του 1948
τις άφησαν ελεύθερες, τη μητέρα μου από τη φυλακή με εσωτερική αυλή, δίπλα από την τότε Νομαρχία Φλώρινας, ενώ την θεία μου Εύα την είχαν στα υπόγεια της ίδιας της Νομαρχίας (δίπλα από τα δικαστήρια).

Στην συνέχεια της μάχης, αντιληφθήκαμε ότι μια ομάδα στρατιωτών, προερχόμενοι από τον στρατώνα και προφυλαγόμενοι από τα σπίτια μας, στη σειρά κατ’άνδρα, προχωρούσαν προς το παρακείμενο ύψωμα, που ήταν και η απόληξη του 1033 –όπως είναι γνωστό στη Φλώρινα. Αρκετές σφαίρες χτυπούσαν τους τοίχους κι εμείς κρυβόμασταν πίσω από τους τοίχους και κάτω από τα παράθυρα, για να μη μας βρει καμία σφαίρα.

Όμως δεν παραλείπαμε, με την πρώτη ευκαιρία, να κοιτάμε από τα πολλά παράθυρα που είχε το σπίτι και το τι
γίνονταν έξω….

Όταν ξημέρωσε, είδαμε να .έρχονται τα αεροπλάνα και να αναλαμβάνουν δράση. Εδώ φάνηκε ότι η μάχη θα τελείωνε σε βάρος των ανταρτών… Όταν όλη η ιστορία είχε καταλαγιάσει, η μητέρα μου και η θεία άφησαν εμένα -12,13 ετών- να πάω να δω και να φέρω πληροφορίες, γιατί οι ίδιες ήταν ΑΔΥΝΑΤΟΝ να βγουν από το σπίτι  μας…

Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν η χαράδρα των «μοναστηριωτών» που κατέληγε στα συρματοπλέγματα του στρατώνα. Εκεί τους θέρισαν, τους αποδεκάτισαν… Εκεί συνάντησα και τον θείο μου Κοσμά Ηλιάδη -Μάξιμος το ψευδώνυμό του στον ΕΛΑΣ – κι έτσι πήρα θάρρος να τον πλησιάσω για να δω περισσότερες λεπτομέρειες…

Θυμάμαι ακόμα τη φράση του: «ατό πα ντο έσαν;»… Δηλαδή «αυτό τι ήταν πάλι;… Στη συνέχεια ήλθαν και άλλα. Όλων τα μάτια έπεφταν σε μια πανέμορφη κοπελιά, αντάρτισσα. Ήταν χτυπημένη στο κεφάλι, με μία βολή, το πρόσωπό της ήταν ακέραιο, γερμένη από τη μέση και κάτω προς τα δεξιά, επάνω στα άλλα πτώματα, φαινόταν το εσώρουχό της –μποξεράκι- χρώματος «μπλε»…, γιατί κάποιος της πήρε το παντελόνι… Θεέ μου τι ομορφιά κι ας ήταν σκοτωμένη…!

Τους έπαιρναν με τα κάρα του Δήμου… (αντάρτες και αντάρτισσες). Η δεύτερή μου κίνηση ήταν να πάω στην Οικοκυρική Σχολή, αλλά εκεί δεν γίνονταν τίποτα. Ενώ όμως ήμουν επάνω στο λοφίσκο, μεταξύ Σχολής και οικισμού, είδα στο βάθος του δρόμου για Αλβανία, έναν καβαλάρη να έχει εμπρός του πεζό, έναν άνθρωπο.

Σκουπιδοκάρο με νεκρούς

Περίμενα να δω ….Μια αιχμαλωτισμένη αντάρτισσα με χλαίνη –κοπέλα- να την οδηγεί, που…;… Όταν πήραν την κατηφοριά, εμπρός από τη Σχολή, είδα από τα πλάγια το ανάστημά της και την περπατησιά της, χωρίς να δίδει σημασία στον καβαλάρη… Αυτή μπροστά κι’ αυτός από πίσω… Τι έγινε αυτή η κοπέλα…;… Γυρίζω στο σπίτι και τους τα λέω όλα τα γεγονότα…

Την επομένη πήγα στο Νοσοκομείο. Το Νοσοκομείο είναι διώροφο κι αφού ανεβείς μερικά σκαλιά, είσαι στον
πρώτο όροφο=ισόγειο. Έχει έναν μεγάλο διάδρομο με προσανατολισμό Α-Δ. Στα τέλη αυτού του διαδρόμου είχε μεγάλες, κλειστές τζαμόπορτες κι απ’ έξω τα έβλεπες όλα. Εκεί ήμουν κι εγώ… Εδώ έφερναν και στοίβαζαν τους «τραυματίες», τον έναν δίπλα στον άλλον, στο ΠΑΤΩΜΑ… Και ποιος δεν βογκούσε…

Κάποια αντάρτισσα που βογκούσε περισσότερο, η νοσοκόμος, ψάχνοντας που να πατήσει, την πλησίασε και τραβώντας την κολλημένη γάζα της πληγής της, της λέει: “τι φωνάζεις;… Όταν ανέβηκες στο βουνό δεν σκέφτηκες τι θα πάθαινες;… Τώρα σκάσε…!”. Εγώ δεν άντεξα άλλο κι έφυγα…

Σκουπιδοκάρα με νεκρούςΠήγα και τα διηγήθηκα στους δικούς μου… Την επομένη ξαναπήγα στο Νοσοκομείο… Όσοι πέθαιναν ή ήταν μισοπεθαμένοι…τους έσερναν για την αποθήκη του «λιγνίτη», που ήταν πίσω από το Νοσοκομείο. Κι απ’ εκεί με τα
κάρα του Δήμου… στην τάφρο που είχε ανοίξει η μπουλντόζα…

Είναι αλήθεια –όπως εγώ πιστεύω και μερικοί άλλοι- ότι κάποιοι απ’ αυτούς δεν είχαν πεθάνει… Πώς το κατάλαβα…; Από το χρώμα και τις κινήσεις των «πτωμάτων» επάνω στα κάρα κ.λπ… Πού τους πήγαν…. Ακολούθησα τα κάρα του Δήμου… Φτάσαμε κάτω από τον Αγ. Γεώργη, κάτω από το σημερινό «επίσημο» Νεκροταφείο των στρατιωτών του Εθνικού Στρατού.

Μία μπουλντόζα έσκαβε, από ΒΑ προς ΝΔ, μία τάφρο, όπου έρχονταν τα κάρα και άδειαζαν τα πτώματα των αγωνιστών του Δ.Σ. μέσα στην τάφρο… όπως οι Γερμανοί τους Εβραίους (σκίτσο). Άλλοι μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητα. Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά τις κρατάω για το βιβλίο που θέλω να τελειώσω.

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ
ΝΙΚΟΣ ΦΡΥΝΤΖΑΛΑΣ
(ΠΟΛΕΟΔΟΜΟΣ-ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ)


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up