Μια μοναχική γριούλα του χωριού μας (Π.Βότσης)

«Τι πάθηκαν, τι γίνηκαν του κόσμου οι αντριωμένοι; Μηδέ σε γάμους φαίνονται μηδέ σε πανηγύρια…» –ΔΗΜΩΔΕΣ

Μας ήρθε από γειτονικό χωριό για να δουλέψει και μάλιστα να κάνει δουλειές αντρικές. Βασίλω ήταν το όνομα της. Ήταν μελαμψή με βλέμμα αγριωπό και δεν χαμογελούσε σχεδόν ποτέ.

Μιλούσε, συμπεριφερόταν και έβριζε σαν άντρας. Ίσως να ήταν έτσι επειδή οι δουλειές που έκανε ήταν αντρικές. Ήταν μια θαρραλέα κοπέλα και αργότερα γυναίκα με αντρικό λόγο και μπέσα. Χρησιμοποιούσε πάντα αντρικό λεξιλόγιο και έβριζε όπως οι άντρες.

Όταν πρωτοήρθε στα χωριά μας, δούλεψε σε μια χήρα και πολλές φορές κυνήγησε με πέτρες κάποιους εθνικόφρονες που πίεζαν τη χήρα να εγκαταλείψει το χωριό και να πάει στο «σιδηρούν παραπέτασμα» μιας και ο άντρας της ήταν αντάρτης και είχε σκοτωθεί στον Εμφύλιο.

Η Βασίλω παντρεύτηκε έναν συγχωριανό μας που μόλις είχε απολυθεί από τον στρατό ύστερα από τριετή θητεία λόγω Εμφυλίου. Ο άντρας της αυτός ήταν καχεκτικός με λεπτή τσιριχτή φωνή και μιλούσε με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο τόνο σε ανθρώπους και ζώα.

Την ημέρα του γάμου η Βασίλω φορούσε μαύρα λαστιχένια παπούτσια και ένα άσπρο φόρεμα που έμοιαζε με νυφικό. Όταν τελείωσε η στέψη έτρεχαν όλοι πίσω της γιατί περπατούσε γρήγορα και δεν μπορούσαν να την φτάσουν.

Αφού την πότισαν νερό από τρεις πηγές όπως ήθελε το έθιμο, πήγε στο σπίτι της και δεν ακολούθησαν ούτρε νταούλια, ούτε κλαρίνα, ο γάμος είχε τελειώσει.

Το νέο ζευγάρι ήταν παμπτωχο. Ο άντρας της έβοσκε ξένα ζώα και αυτό το συνέχισε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Δεν τους έφτανε όλη η ανέχεια και τη μιζέρια στην οικογένεια, ο άντρας ήταν και μανιώδης καπνιστής και πιστός εραστής του ρακιού.

Κάθε βράδυ, όταν ήταν στο χωριό, αφού μάντρωνε τα ζώα, πήγαινε στο καφενείο του χωριού και έπινε ξεροσφύρι δυο ρακιά, κάπνιζε ένα σωρό τσιγάρα φτηνά και σέρτικα και μετά πήγαινε σπίτι του για να φάει και να κοιμηθεί και την επόμενη μέρα να πάει πάλι με τα ζώα.

Η Βασίλω είχε αναλάβει τα λίγα χωράφια που είχανε. Αυτή όργωνε, αυτή έσπερνε, αυτή θέριζε αλλά και αυτή φρόντιζε το νοικοκυριό. Ο άντρας της πάντα με τα ζώα και μάλιστα όταν έβοσκε ζώα Σαρακατσάνων το καλοκαίρι, ανέβαινε ψηλά στα βουνά ενώ τον χειμώνα τα πήγαινε στα χειμαδιά της Χαλκιδικής και έτσι σπανια ερχότανε σπίτι…

Στην οικογένεια δεν άργησαν να έρθουν και τα παιδιά. Ένας γιός και μια κόρη, που όταν ενηλικιώθηκαν η μεν κόρη παντρεύτηκε κι έφυγε μακριά, ο δε γιός έφυγε κι αυτός εσωτερικός μετανάστης στη Νότια Ελλάδα για να αναζητήσει την τύχη του.

Όταν τα παιδιά έρχονταν στο χωριό να δουν τους γονείς τους, ήταν σαν ξένοι επισκέπτες.

Ο άντρας της Βασίλως πέθανε πριν συνταξιοδοτηθεί… «Τον έφαγε το τσιγάρο και το πιοτό», έλεγε η Βασίλω. Άρχισε λοιπόν μετά η Βασίλω να τριγυρνάει μόνη της στο χωριό στους δρόμους.

Οποιαδήποτε ώρα και αν έβγαινες έξω στο χωριό θα τη συναντούσες ενώ μαζί της ακολουθούσε πάντα και ένα σκυλάκι. Δεν έμπαινε στα σπίτια, απλά καθόταν έξω και το μόνο σπίτι που επισκεπτόταν ηταν της αδελφής της που κι αυτή είχε παντρευτεί και εγκατασταθεί στο χωριό.

Ένα μόνιμο άγχος που είχε η Βασίλω ήταν τα καυσόξυλα. Όλο το καλοκαίρι ρωτούσε τους πάντες τι θα γίνει με τα ξύλα, πότε θα κοπούν, πότε θα τα φέρουν και πότε θα πρέπει να πληρώσει.

Άλλο άγχος της ήταν να πληρώνει τους λογαριασμούς της κι επειδή η ίδια δεν ήξερε γράμματα, παρακαλούσε τον μπακάλη να της πει τα ποσά για να του αφήσει λεφτά και να πληρώσει αυτός.

Μετά από σαράντα περίπου χρόνια ο τρόπος προμήθειας καυσόξυλων είχε αλλάξει. Δεν ήταν όπως παλιά που όταν κάποιος χρειαζόταν καυσόξυλα έπαιρνε το γαϊδουράκι του, το τσεκούρι του, πήγαινε στο δάσος, έκοβε ξύλα και τα κουβαλούσε σπίτι.

Την ίδια μέθοδο ακολουθούσε και η Βασίλω η οποία πήγαινε με το γαϊδουράκι της, φόρτωνε ξύλα για να τα φέρει σπίτι της. Τα καυσόξυλα της ήταν απαραίτητα γιατί με αυτά ζεσταινόταν και με αυτά μαγείρευε.

Όταν γράφτηκε αυτό κείμενο η κυρά Βασίλω είχε πατήσει τα ογδόντα και πάντα έρμη και μονάχη. Από μια κινητική και δραστήρια γυναίκα κατάντησε μια μοναχική κι ανήμπορη γριούλα.

Τα πόδια της έχουν αρχίσει να την προδίδουν κι έτσι δεν μπορεί να περιφέρεται πια στο χωριό όπως κάποτε και να δίνει πληροφορίες στους περαστικούς όταν αναζητούσαν κάποιον.

Κάπου-κάπου την επισκέπτονται τα παιδιά της και ίσως αυτή είναι η μοναδική χαρά που παίρνει στην απέραντη μοναξιά της. Η Βασίλω ενδιαφέρονταν για τα κοινά και δραστηριοποιούνταν όταν χρειαζόταν..

Όταν πρωτολειτούργησαν τα διυλιστήρια, το νερό που ερχόταν στα σπίτια μας ήταν θολό. Είχε έρθει και ο Νομάρχης να δει από κοντά το θέμα και η κυρά Βασίλω του διαμαρτυρήθηκε. Ο πρόεδρος της κοινότητας την χαρακτήρισε υπερβολική ενώ στο αυτί του Νομάρχη κάποιοι ψιθύρισαν: «μη δίνετε σημασία δεν είναι με τα καλά της…»

Τότε η Βασίλω πήγε σπίτιτης και επέστρεψε με ένα ποτήρι θολό νερό το πρόσφερε στον Νομάρχη και του είπε «Για πιες το…»

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης
ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ 2014


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 217 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό2%
Απαίσιο7%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up