Μικρά μαθήματα πολιτικής ιστορίας ή “Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα…”

Πόσος καιρός πάει από τότε που ο ελληνικός λαός απαλλάχτηκε από τους βασιλιάδες; Θαρρώ πως είναι πάνω κάτω τέσσερεις δεκαετίες και κάτι, αν υπολογίζω σωστά, αφού 8 Δεκεμβρίου του 1974 ήτανε που μας αποχαιρέτισε ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας, με πρώτο βέβαια τον Όθωνα.

Μια από τις πιο δυστυχισμένες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας είναι η βαυαροκρατία. Ποιος φταίει για την επιδρομή της «βαυαρικής ακρίδας» στην Ελλάδα; Είναι σε όλους γνωστό πως φταίνε αποκλειστικά οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) που την επέβαλαν με το ζόρι.

Ήταν 3 Φεβρουαρίου του 1830, όταν εκδόθηκε το Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους, γνωστό σαν Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Το πρώτο και καίριο άρθρο του, που αποτελεί την πεμπτουσία της συμφωνίας ανάμεσα στην Αγγλία, τη Ρωσία και τη Γαλλία για το μέλλον της Ελλάδας, έγραφε: «Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια, πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, τα προσφεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν».

Επιτέλους! Η χώρα μας αποκτούσε αυτό που ποθούσε: Τη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας της! Όμως, πέρα από το πρώτο άρθρο, όλα τα άλλα σημεία του Πρωτοκόλλου δεν ήταν και τόσο ευμενή για την Ελλάδα. Το δεύτερο άρθρο, για παράδειγμα, την περιόριζε εδαφικά στην Πελοπόννησο, σ’ ένα μόνο κομμάτι της Στερεάς, στην Εύβοια, τη Σκύρο και τις Κυκλάδες.

Από το τρίτο άρθρο η Ελλάς ορίζονταν σαν κληρονομική μοναρχία, ενώ η αποδοχή του Πρωτοκόλλου προϋπέθετε και την αποδοχή της ειρήνης με την Τουρκία. Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, συμφωνούσε με το πρώτο άρθρο αλλά όχι και με τα υπόλοιπα. Απάντησε λοιπόν στις μεγάλες δυνάμεις πως η Ελλάδα υιοθετούσε την αναγνώριση της ανεξαρτησίας αλλά δυσκολευόταν να εφαρμόσει τα υπόλοιπα άρθρα.

Οι καρποί της πολιτικής του Καποδίστρια φάνηκαν μετά από δυο χρόνια, δυστυχώς όταν ο ίδιος είχε πια δολοφονηθεί. Στα τρεισήμισι χρόνια, από τον Ιανουάριο του 1827 όταν και ανέλαβε κυβερνήτης ως τον Σεπτέμβριο του 1831, ο Καποδίστριας κατάφερε να αναδιοργανώσει μαζί με τον Δημήτριο Υψηλάντη τον στρατό και να διώξει τους Τούρκους από τη Ρούμελη (εκτός από την Ακρόπολη της Αθήνας) και από την Πελοπόννησο.

Πέτυχε να αναγνωριστεί η Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος με διεύρυνση των συνόρων που οι δυνάμεις πρότειναν. Εξάλειψε την ληστοκρατία και την πειρατεία, ίδρυσε παντού δημοτικά σχολεία κι έφτιαξε διδασκαλείο. Οργάνωσε τη γεωργία, δημιούργησε Τράπεζα, έκοψε ελληνικό νόμισμα, οργάνωσε τη Δικαιοσύνη και τα οικονομικά του κράτους και ξόδεψε την προσωπική του περιουσία τσοντάροντας σε δημόσια έργα.

Όμως, τα τριάντα χρόνια στην υπηρεσία ενός ελέω θεού μονάρχη, του τσάρου της Ρωσίας, επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο κυβερνούσε το νεοσύστατο κράτος. Ο Καποδίστριας δεν τα πήγαινε και τόσο καλά με τις δημοκρατικές διαδικασίες. Κυβερνούσε συγκεντρωτικά με συγκαλυμμένη απολυταρχία. Παραμέρισε και δυσαρέστησε τον Μαυροκορδάτο, τους Μαυρομιχαλαίους, τον Μιαούλη κι όλους τους άλλους που μοιράζονταν την εξουσία, πριν να έρθει στην Ελλάδα ο Καποδίστριας.

Επίσης, η επιμονή του να θέλει να διευρύνει τα σύνορα της Ελλάδας σε βάρος της Τουρκίας, δυσαρεστούσε μόνιμα τη Γαλλία, που παρουσιαζόταν εκείνον τον καιρό ως ο μόνιμος προστάτης του σουλτάνου. Και τότε ανέλαβαν δράση ξένοι πράκτορες: Με ενέργειες του Ανδρέα Μιαούλη, η Ύδρα και η Σύρος αποστάτησαν, ενώ οι Μαυρομιχαλαίοι υποκίνησαν στάση στη Μάνη. Ο Καποδίστριας απάντησε φυλακίζοντας τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ενώ τον αδερφό του, Κωνσταντίνο, και τον ανιψιό του, Γεώργιο, τους έβαλε κάτω από αστυνομική παρακολούθηση.

Μόνο που οι επιτηρούμενοι τα βρήκαν με τους δύο χωροφύλακες συνοδούς τους και τους πήραν με το μέρος τους. Την Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου του 1831, οι Μαυρομιχαλαίοι και οι δύο χωροφύλακες πρόλαβαν τον Καποδίστρια στα σκαλιά του Αγίου Σπυρίδωνος. Πυροβόλησαν και οι τέσσερις. Ο κυβερνήτης έπεσε νεκρός! Νεκρός έπεσε κι ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, από το πλήθος που χύθηκε καταπάνω του και τον λιντσάρισε.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης εκτελέστηκε αργότερα. Οι χωροφύλακες πήραν αμνηστία. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή: Με τη δολοφονία του Καποδίστρια ενεργοποιήθηκε το άρθρο του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου που όριζε πως η Ελλάδα επιβάλλεται από εδώ και στο εξής να έχει κληρονομική μοναρχία. Ο Όθων έφτασε στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου του 1833. Νωρίτερα, στις 30 Αυγούστου του 1832, η διάσκεψη του Λονδίνου αποδεχόταν την αξίωση του νεκρού Καποδίστρια να γίνει ελληνοτουρκικό σύνορο η γραμμή Άρτας – Βόλου.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου του 1831, ημέρα της δολοφονίας του κυβερνήτη. Η είδηση για τη δολοφονία του προκάλεσε την άμεση αντίδραση των διοικητών του ελληνικού τακτικού στρατού που έβγαλαν περιπόλους στους δρόμους και κατάφεραν να διατηρήσουν την τάξη. Την ίδια ώρα, ο αδελφός του δολοφονημένου, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, μη έχοντας άλλο στήριγμα, έστελνε στη Μάνη να ειδοποιήσουν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και συγκαλούσε τη Γερουσία σε έκτακτη συνεδρίαση.

Μόλις έξι ώρες μετά τη δολοφονία, ο Γέρος του Μοριά έμπαινε στο Ναύπλιο καλπάζοντας, επικεφαλής 150 καβαλάρηδων. Η παρουσία του προκάλεσε ανακούφιση σε λαό και Γερουσία. Με ψήφισμά τους, οι γερουσιαστές εξέλεξαν τριμελή «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» με τον Αυγουστίνο Καποδίστρια πρόεδρο και μέλη τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον έμπειρο πολιτικό Ιωάννη Κωλέττη, που όμως είχε τις δικές του φιλοδοξίες.

Εναντίον τους συνασπίστηκαν οι πολιτικοί αντίπαλοι του νεκρού Καποδίστρια, οι λεγόμενοι «συνταγματικοί», αυτοί δηλαδή που ζητούσαν την ψήφιση συντάγματος. Και οι Έλληνες χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα… Προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη νέων εκπροσώπων σε μια ανανεωμένη Εθνοσυνέλευση (την είπαν Ε’).

Ο Κωλέττης προωθούσε τους δικούς του, ο Αυγουστίνος κυβερνητικούς, οι συνταγματικοί τρίτους κι ο Κολοκοτρώνης στη μέση προσπαθούσε να κρατά ισορροπίες. Η βία και η νοθεία βασίλευαν και στο Ναύπλιο κατέπλευσαν διπλάσιοι από τον κανονικό αριθμό πληρεξούσιοι, ενώ ήδη ο Κωλέττης είχε διαφωνήσει δημόσια, είχε προχωρήσει στην προβολή δικού του κόμματος και είχε προσεταιριστεί τους συνταγματικούς.

Τελικά, μια εξελεγκτική επιτροπή ανέλαβε να ξεσκαρτάρει τα πληρεξούσια, απορρίπτοντας τα πλαστά. Βρέθηκαν ενενήντα έγκυρα. Στην πρώτη τακτική συνεδρίαση, 7 Δεκεμβρίου του 1831, η τριμελής Επιτροπή υπέβαλε τις παραιτήσεις της. Στη δεύτερη, 8 του μήνα, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας εκλέχτηκε προσωρινός (μέχρι την οριστική ψήφιση συντάγματος) «πρόεδρος της κυβερνήσεως», προκαλώντας οριστική διάσπαση της εθνοσυνέλευσης.

Οι μάχες κυβερνητικών και συνταγματικών ξεκίνησαν την επομένη, 9 Δεκεμβρίου, με τους κυβερνητικούς να έχουν μαζί τους και τον τακτικό στρατό και να στριμώχνουν άσχημα τους αντιπάλους τους. Την επομένη, οι συνταγματικοί ζήτησαν να τους επιτραπεί ειρηνική αποχώρηση. Έφυγαν στις 12 του μήνα και μαζί τους πήγε και ο Κωλέττης. Στην Κόρινθο, έστησαν νέα συνέλευση. Αυτόματα, στην Ελλάδα λειτουργούσαν δύο εθνοσυνελεύσεις και δύο κυβερνήσεις: Του Αυγουστίνου Καποδίστρια και των συνταγματικών με ουσιαστικό «πρωθυπουργό» τον Κωλέττη, καθώς οι δυο άλλοι εκλεγέντες (Κουντουριώτης και Ζαΐμης) έμεναν στην Ύδρα.

Ο εμφύλιος ήταν πια γεγονός. Με την εκλογή του ανώτατου άρχοντα να εκκρεμεί και με τους συνταγματικούς να ενισχύονται από τους παλιούς καπεταναίους του απελευθερωτικού αγώνα. Τον Φεβρουάριο του 1832 ξεκίνησαν οι διαδικασίες των τριών δυνάμεων για την εκλογή του Όθωνα. Τον Μάρτιο, η Εθνοσυνέλευση του Ναυπλίου ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «κυβερνήτη της Ελλάδος» με προφανή σκοπό να αναγνωριστεί πρωθυπουργός από τον νέο βασιλιά, όποτε αυτός ερχόταν.

Σε καθοριστικές μάχες, οι κυβερνητικοί νικήθηκαν από τους συνταγματικούς, επήλθε ένα είδος συμβιβασμού, ο Αυγουστίνος παραιτήθηκε κι έφυγε στην Κέρκυρα. Το λογικό είναι στην περίπτωση αυτή, τόσο ο Αυγουστίνος όσο και ο Κωλέττης, παράλληλα με την προώθηση των προσωπικών τους συμφερόντων, να έψαχναν για λύση στο θέμα της ύπαρξης ανωτάτου άρχοντος.

Την εποχή εκείνη, στην Ευρώπη υπήρχαν 250 εστεμμένοι (αυτοκράτορες, βασιλιάδες, ηγεμόνες κ.λπ.) και κανένας αναγνωρισμένος πρόεδρος Δημοκρατίας. Ούτε σκέψη μπορούσε να υπάρξει ότι η Ελλάδα δεν θα γινόταν βασίλειο. Άλλωστε, οι τρεις «μεγάλοι» δεν θα επέτρεπαν διαφορετική λύση. Στην Ελλάδα όμως, οι γαλαζοαίματοι πρίγκιπες δεν περίσσευαν.

Ένας υποψήφιος βασιλιάς θα μπορούσε να είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, γόνος βυζαντινής αριστοκρατικής οικογένειας. Με τίποτα όμως δεν επρόκειτο να τον δεχτούν οι κυβερνητικοί και ίσως ούτε οι συνταγματικοί. Ένας δεύτερος ήταν ο ίδιος ο Αυγουστίνος. Οι συνταγματικοί όμως ούτε για πρωθυπουργό δεν τον ήθελαν. Μια τρίτη λύση ήταν οι Υψηλάντηδες, πατενταρισμένοι πρίγκιπες από κούνια. Ο Αλέξανδρος όμως είχε πεθάνει από το 1828 κι ο Δημήτριος τον ακολούθησε στον τάφο την ίδια αυτή κρίσιμη χρονιά των γεγονότων, το 1832.

Οι λοιποί δεν πολυμετρούσαν (ένας τους μάλιστα εκλέχτηκε βουλευτής, χωρίς ποτέ να πατήσει στη Βουλή, ούτε καν για να ορκιστεί). Μαυρογένηδες, εκτός από τη Μαντώ, δεν κυκλοφορούσαν στη χώρα. Για να βρεθεί εστεμμένος κοινής αποδοχής, μάλλον στην ευρωπαϊκή αγορά έπρεπε να ψάξουν. Το είχαν άλλωστε κάνει στα 1830, όταν πρόσφεραν το στέμμα στον Βέλγο Λεοπόλδο, που το αρνήθηκε.

Αν έτσι είχαν τα πράγματα, ένας καλός μεσολαβητής μπορούσε να είναι ο Στράτφορντ Κάνιγγ, ξάδερφος του φιλέλληνα Άγγλου πρωθυπουργού Γεώργιου Κάνιγγ, επίσης φλογερός φιλέλληνας, διπλωμάτης καριέρας και, το σπουδαιότερο, περαστικός από το Ναύπλιο τη μέρα που άρχισαν οι σφαγές μεταξύ κυβερνητικών και συνταγματικών. Τότε, είχε προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα κινδύνευε να αποδειχθεί ανίκανη να αυτοδιοικηθεί, οπότε οι «μεγάλοι» μπορεί και να την ξαναγύριζαν στην οθωμανική σκέπη.

Μια καλή ημερομηνία για συνάντηση των αντιπάλων είναι η 28η Δεκεμβρίου του 1831, μέρα που ο Κάνιγγ, έχοντας ήδη συσκεφθεί με τους πρεσβευτές των τριών δυνάμεων, κοινοποίησε υπόμνημα με παραινέσεις για κατευνασμό των παθών. Η συνάντηση πρέπει να έγινε στην κατοικία του πρεσβευτή της Αγγλίας με παρόντες τον ίδιο, τους άλλους δύο πρεσβευτές, τον Κάνιγγ, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Κωλέττη.

Για να τα βρουν, κυριότερο θα ήταν να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του ανώτατου άρχοντα. Εξηγήσαμε γιατί οι Έλληνες αποκλείστηκαν. Ξέρουμε ότι οι «μεγάλοι» θα συμφωνούσαν μόνο σε έναν ξένο κοινής εμπιστοσύνης. Και ξαφνικά, ο Στράτφορντ Κάνιγγ έριξε την ιδέα: «Τι γνώμη έχετε για τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας;». «Την καλύτερη», είπαν όλοι, καθώς τον ξέρανε για μεγάλο φιλέλληνα, αν και ο πρεσβευτής της Ρωσίας είχε κάποιες ψιλοαντιρρήσεις, επειδή ο Βαυαρός δεν ήταν ορθόδοξος.

«Όμως», σημείωσαν, «ο Λουδοβίκος είναι ήδη βασιλιάς. Γιατί να θελήσει να έρθει στην Ελλάδα;». Οπότε ο Κάνιγγ εξήγησε: «Ο Λουδοβίκος, όχι. Ο γιος του, όμως; Να δείτε πως τον λένε…». «Όθωνα», διευκρίνισε ο καλά πληροφορημένος της συντροφιάς. Συμφώνησαν απαξάπαντες. Οι πρεσβευτές ειδοποίησαν τις κυβερνήσεις τους.

Μια σύσκεψη εκπροσώπων των τριών στο Λονδίνο αποδέχτηκε την πρόταση. Οι διαδικασίες ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 1832. Έναν χρόνο αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου του 1833, ο Φρειδερίκος Λουδοβίκος Όθων αποβιβαζόταν στο Ναύπλιο, όχι επειδή τον επέβαλαν οι μεγάλοι, όπως έγινε, αλλά επειδή τον είχαν ζητήσει οι Έλληνες.

Υ.Γ: Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει

Με αγάπη εύα


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.7
4,7 rating
4.7 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 44 αξιολογήσεις)
Τέλειο89%
Πολύ καλό5%
Μέτριο0%
Φτωχό4%
Απαίσιο2%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up