Ξαφνικός… έρωτας μεγάλων ομίλων για τον λιγνίτη – Αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τα ορυχεία Βεύης και Αχλάδας

Κοινοποίησε στους φίλους σου ή στο κοινό σου...:

H ενεργειακή κρίση εκτόξευσε την τιμή του φυσικού αερίου και άλλαξε τα δεδομένα σε ό,τι αφορά τη σύσταση του ενεργειακού μείγματος της χώρας. Ο ρόλος του λιγνίτη στο Plan B για την εξασφάλιση ενεργειακής επάρκειας αναβαθμίστηκε, αναθερμαίνοντας το ενδιαφέρον για τα ορυχεία λιγνίτη. Τα δύο ορυχεία θα παίξουν κρίσιμο ρόλο στον διπλασιασμό της λιγνιτικής παραγωγής της ΔΕΗ που επιβάλλει η ενεργειακή κρίση.

Χρύσα Λιάγγου

Κατάσταση déjà vu θυμίζουν τα όσα εκτυλίσσονται τους τελευταίους μήνες γύρω από τον λιγνίτη και τα δύο ιδιωτικά λιγνιτωρυχεία, Βεύης και Αχλάδας. Μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που κονταροχτυπήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν ο λιγνίτης αποτελούσε το «πετράδι του στέμματος» για την ηλεκτροπαραγωγή, επανέρχονται διεκδικώντας τα «κλειδιά» των δύο κρίσιμων ορυχείων για τον διπλασιασμό της λιγνιτικής παραγωγής της ΔΕΗ, άλλοι μέσω της δικαστικής οδού και άλλοι μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων με τους έκπτωτους από το ελληνικό Δημόσιο διαχειριστές. Ακτωρ, ΤΕΡΝΑ και Mytilineos, που αποτέλεσαν τους βασικούς διεκδικητές του ορυχείου Βεύης στους διαγωνισμούς που ξεκίνησαν το 2006 και ολοκληρώθηκαν το 2014, φέρεται αυτή τη φορά να δίνουν μια παρασκηνιακή μάχη διαβλέποντας την αξία που προσέδωσε στον λιγνίτη η ενεργειακή κρίση, κάτι που δεν είναι βέβαιο ότι θα έχει βάθος χρόνου.

Αρμόδια στελέχη της ΔΕΗ τονίζουν στην «Κ» ότι το στοίχημα του διπλασιασμού της λιγνιτικής παραγωγής σε ορίζοντα 12μήνου δεν μπορεί να κερδηθεί χωρίς τη συνδρομή των δύο ιδιωτικών ορυχείων. Η εκτίμηση αυτή ήταν γνωστή στο ΥΠΕΝ, γι’ αυτό, παράλληλα με τη δρομολόγηση του σχεδίου «επαναφορά του λιγνίτη» ως αναχώματος στις υψηλές τιμές ρεύματος και στην πιθανή κρίση εφοδιασμού σε φυσικό αέριο, δρομολόγησε και την επαναλειτουργία των δύο ιδιωτικών ορυχείων από τη ΔΕΗ. Ο υπουργός Ενέργειας Κ. Σκρέκας στις αρχές Ιουλίου κήρυξε έκπτωτη την εταιρεία «Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας» λόγω της μη τήρησης της σύμβασης που είχε υπογράψει με τη ΔΕΗ για παραδόσεις συγκεκριμένων ποσοτήτων λιγνίτη, αλλά και μη απόδοσης στο ελληνικό Δημόσιο οφειλόμενων μισθωμάτων ύψους περίπου 4,7 εκατ. ευρώ. Με την κίνηση αυτή το υπουργείο άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή του ορυχείου στο Δημόσιο και την ανάθεσή του στη ΔΕΗ, στην οποία αντιστοίχως έδωσε εντολή για την επαναλειτουργία της Βεύης.

Σχεδόν τέσσερις μήνες μετά, καμία πρόοδος δεν υπήρξε σε αυτή την κατεύθυνση. Ο… ξαφνικός έρωτας μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων για τον λιγνίτη συνάντησε την έμμεση απροθυμία της ΔΕΗ να αναλάβει το ρίσκο της επιστροφής στο εθνικό «βρώμικο» καύσιμο, που είχε αρχίσει ήδη να αποτυπώνεται στη μετοχή και στο πράσινο ομόλογο της επιχείρησης. Αλλωστε ο επικεφαλής της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης αποδέχθηκε τον κυβερνητικό σχεδιασμό για τον λιγνίτη θέτοντας τρεις προϋποθέσεις: την κατά προτεραιότητα ένταξη των λιγνιτικών μονάδων στο σύστημα, την εγγύηση κάλυψης δαπανών 150 εκατ. ευρώ στην περίπτωση αιφνίδιας κατάρρευσης των τιμών φυσικού αερίου και απαλλαγή από την υποχρέωση διάθεσης λιγνιτικής παραγωγής σε τρίτους, που είχε υποβληθεί από την Κομισιόν ως λύση για να κλείσει η υπόθεση της μονοπωλιακής πρόσβασης στον λιγνίτη.

Η τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα σε σχέση με την επαναλειτουργία των δύο ιδιωτικών ορυχείων προκαλεί σοβαρά προσκόμματα στο εθνικό σχέδιο αύξησης της λιγνιτικής παραγωγής από 5 σε 10 ΤWh ετησίως. Το πρόβλημα αποτυπώνεται με έναν τρόπο και στην επιστολή-απάντηση του κ. Γιώργου Στάσση προς τη ΡΑΕ (9/9/2022) σχετικά με την επάρκεια του λιγνίτη και τις αντοχές των λιγνιτικών μονάδων. Στην επιστολή επισημαίνεται ότι η εξόρυξη λιγνίτη το διάστημα Ιουλίου 2022 – Ιουνίου 2023 αποκλίνει σημαντικά από τον προγραμματισμό και θα πρέπει εντός του α΄ τριμήνου υλοποίησης του προγράμματος η εξόρυξη να ανέλθει σε 1,15 εκατ. τόνους ανά μήνα. Η παραγωγή, σύμφωνα με την επιστολή, θα μπορούσε να αυξηθεί τον χειμώνα σε 1,4 εκατ. τόνους ανά μήνα και να φτάσει το 1,8 εκατ. τόνους στα τέλη του 12μήνου, ενώ επισημαίνει τα προβλήματα στην προμήθεια λιγνίτη από το λιγνιτωρυχείο της Αχλάδας.

Η επαναλειτουργία του συγκεκριμένου ορυχείου φαίνεται ότι θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον θα υπάρξει συμφωνία με τον έκπτωτο ιδιοκτήτη –βρίσκεται σε συζητήσεις με επενδυτές προκειμένου να βρει τα αναγκαία κεφάλαια για τη ρύθμιση των χρεών προς το Δημόσιο και τις απαλλοτριώσεις– αλλά και με τη ΔΕΗ για την προμήθεια της Μελίτης. Σε συζητήσεις με τον ιδιοκτήτη, Χρ. Παυλίδη, φέρεται να βρίσκονται οι Ακτωρ, ΤΕΡΝΑ και Mytilineos, αν και κύκλοι των δύο τελευταίων εταιρειών δεν επιβεβαιώνουν τις σχετικές πληροφορίες. Η έκπτωτη ιδιοκτησία του ορυχείου Αχλάδας συνεχίζει να διεκδικεί τη λειτουργία του και φέρεται να βρίσκεται σε συζητήσεις με το ΥΠΕΝ και τη ΔΕΗ για μια νέα συμφωνία που θα δρομολογηθεί αφού ρυθμίσει τα χρέη του προς το Δημόσιο και υποβάλει παράλληλα ένσταση κατά της απόφασης του ΥΠΕΝ. Σε αυτή τη βάση γίνονται και οι συζητήσεις με τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Ακόμη πιο περίπλοκη είναι η υπόθεση επαναλειτουργίας της Βεύης. Το ορυχείο είναι ανενεργό από το 2001, όταν για οικονομικούς λόγους κηρύχθηκε έκπτωτη η διαχειρίστρια εταιρεία της οικογένειας Βαρβούτη. Ο τελευταίος διαγωνισμός, το 2009, κατακυρώθηκε το 2013 στην εταιρεία «Ακτωρ» και τον Δεκέμβριο του 2014 υπεγράφη η σχετική σύμβαση, η οποία όμως δεν απέκτησε ποτέ ισχύ αφού δεν κατατέθηκε στη Βουλή. Το ενδιαφέρον της «Ακτωρ», η οποία είχε προσφύγει στα δικαστήρια για τη μη ενεργοποίηση του διαγωνισμού, έχει αναθερμανθεί. Κύκλοι της εταιρείας επιβεβαιώνουν στην «Κ» το ενδιαφέρον τους για το ορυχείο της Βεύης, ενώ φέρεται να βρίσκονται σε συζητήσεις και για το ορυχείο της Αχλάδας.

Οι αγωγοί έκλεισαν, η Μόσχα συνεχίζει να εφοδιάζει την Ε.Ε.

Μπορεί να έκλεισε τη στρόφιγγα των αγωγών, αλλά η Μόσχα συνεχίζει να στέλνει συνεχώς στη διψασμένη για αέριο Ευρώπη φορτία LNG. Tα στοιχεία που παρουσιάζει η «Κ» αποτυπώνουν την παραδοξότητα που χαρακτηρίζει την αντιπαράθεση της Δύσης με τη Ρωσία από την αρχή της εισβολής στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο. Τα δυτικά κράτη επιβάλλουν κυρώσεις στους Ρώσους και εξοπλίζουν τους Ουκρανούς. Ταυτόχρονα, αγοράζουν ρωσικό αέριο και πετρέλαιο, χρηματοδοτώντας την πολεμική μηχανή του Πούτιν. Η παραδοξότητα αντανακλά το γεγονός ότι η Δύση, και κυρίως η Ευρώπη, αποκοιμήθηκε ικανοποιημένη από τις χαμηλές τιμές των ρωσικών ενεργειακών προϊόντων και ξύπνησε εγκλωβισμένη και εξαρτημένη από τη Μόσχα.

Η κινητικότητα στα ρωσικά λιμάνια από όπου αναχωρούν τα φορτία LNG για τις διεθνείς αγορές είναι η αδιαμφισβήτητη απόδειξη της δυσκολίας «απογαλακτισμού» της Γηραιάς Ηπείρου από το ρωσικό φυσικό αέριο. Τα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης, από τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία και πιο βόρεια τη Φινλανδία και τη Νορβηγία μέχρι τον νότο στην Ισπανία, δεν σταμάτησαν να υποδέχονται ρωσικής προέλευσης φορτία LNG από τις 24 Φεβρουαρίου που ξεκίνησε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Μέχρι και τις 24 Σεπτεμβρίου 2022, από τα ρωσικά λιμάνια απέπλευσαν 256 πλοία LNG, εκ των οποίων τα 195 κατευθύνθηκαν στην Ευρώπη και 61 στην Ιαπωνία. Από τα πλοία με προορισμό την Ευρώπη, τα 77 εκφόρτωσαν στο Βέλγιο, τα 46 στη Γαλλία, τα 17 στην Ολλανδία, 16 στη Φινλανδία, 4 στην Εσθονία, 2 στη Λετονία, 2 στη Νορβηγία και 31 στα λιμάνια της Ισπανίας.

Το ίδιο διάστημα, τάνκερ συνέχισαν να οργώνουν τις θάλασσες για τη μεταφορά ρωσικού αργού και πετρελαιοειδών. Τα συνολικά φορτία προς τη διεθνή αγορά εμφανίζονται μάλιστα αυξημένα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2021. Από τα τρία ρωσικά λιμάνια αναχώρησαν προς διάφορους διεθνείς προορισμούς 1.859 τάνκερ στο διάστημα από 24 Φεβρουαρίου 2022 έως και 24 Σεπτεμβρίου 2022, από 1.844 το αντίστοιχο διάστημα του 2021. Οι ρωσικές εξαγωγές πετρελαιοειδών δεν σταμάτησαν ούτε προς τις ΗΠΑ, αν και περιορίστηκαν σε μόλις 9 φορτία, σε σχέση με τα 128 την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Στην Ευρώπη τα φορτία ρωσικού πετρελαίου και πετρελαιοειδών ακολούθησαν το συγκεκριμένο διάστημα φθίνουσα πορεία στο σύνολό τους, αν και μερικές χώρες αύξησαν σημαντικά τις εισαγωγές, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Συνολικά, κατά τη γεωπολιτικής έντασης αυτή περίοδο, 1.098 πλοία έφυγαν από τα ρωσικά λιμάνια με προορισμό την Ευρώπη, από 1.273 πέρυσι. Οι εξαγωγές προς την Ελλάδα αυξήθηκαν στα 101 φορτία από 87, όπως και προς την Ιταλία, 186 φορτία από 139, το Βέλγιο, τη Βουλγαρία και τις χώρες της Βαλτικής. Τα περισσότερα φορτία (231) και αυτή την περίοδο (από 241 πέρυσι) κατευθύνθηκαν στην Ολλανδία, που αποτελεί διεθνή κόμβο μεταφοράς πετρελαίου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι τρέχουσες κυρώσεις της Ε.Ε. για το πετρέλαιο, οι οποίες συμφωνήθηκαν τον Ιούνιο, περιλαμβάνουν εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο που μεταφέρεται διά θαλάσσης, απαγόρευση της παροχής των υπηρεσιών που χρειάζονται για τη μεταφορά πετρελαίου (ασφάλιση, μεσιτεία και χρηματοδότηση), αλλά και εξαιρέσεις για τις παραδόσεις μέσω αγωγών. Αυτό το πακέτο πρόκειται να τεθεί σε ισχύ τον Δεκέμβριο όσον αφορά το αργό πετρέλαιο που μεταφέρεται διά θαλάσσης και στις αρχές του 2023 για τα προϊόντα διύλισης πετρελαίου.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΗΧΩΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ
Αικατερίνη Ρίζου

Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
Rated 4.5 out of 5
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 969 αξιολογήσεις)
Τέλειο81%
Πολύ καλό9%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Κακό7%


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *