Οι γειτονιές μου, οι γειτονιές του κόσμου (Γράφει η Ελευθερία Μπαλκουρανίδου-Βασιλειάδου)

Κοινοποιώντας δείχνεις το ενδιαφέρον σου...

Ήλθε το φθινόπωρο. Φθινοπώριασε πάλι. Σχολειά, πρωτοβρόχια. Λιλά κυκλάμινα στις πλαγιές, χρυσοκίτρινα φύλλα που στροβιλίζονται στον άνεμο, παίζοντας κρυφτούλι με τον ήλιο, στρώνονται στη μάνα γη κατακίτρινα χαλιά. Πλούσια τα οπωρικά. Σταφύλια, μήλα, αχλάδια, κυδώνια, κάστανα, καρύδια. Τι όμορφη που είναι η φύση μας..! Όλες τις εποχές. Άραγε έχουν μάτια οι νέοι μας, να τη δουν, να τη χαρούν όπως εμείς που μεγαλώσαμε στις γειτονιές ή κρύβονται στα μπαρ, στις καφετέριες; Ευελπιστώ πως ΝΑΙ!

Η γειτονιά: πόσο νοσταλγικά τη θυμόμαστε..! Η ζωή μου υπήρξε ποικιλόμορφη, πολυταξιδεμένη με τη βαλίτσα πάντα στο χέρι λόγω της οικογενειακής κατάστασης της γενιάς μου, έτσι γνώρισα πέντε-έξι γειτονιές ξεχωριστές. Σα σύννεφο απ’τον καιρό, μονάχα μες τον ουρανό πήρα παιδί τους δρόμους, πλην όμως δεν πήρα τους δρόμους γιατί με σκίαζε πάντα, μια μεγάλη μωβ ομπρέλα.

Η πρώτη μου γειτονιά. Στην πατρική γη, στις ρίζες μου. Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο, για να κρύβομαι εκεί απ’τη ζωή όταν λείπω. Ναι, είχα βρει, μια κοντούλα, ολόφωτη ροδιά. Στα φλόγινα ντυμένη, με τα κοραλί άνθη και τα πορτοκαλί-κόκκινα ζουμερά ρόδια. Στο περιβόλι του σπιτιού μου, στο χωριό μου και η μικρή μου γειτονίτσα, με φιλενάδα την Νεραντζούλα, τη Γαρυφαλλιά, τη Χρυσάνθη. Εκκλησία, Σχολείο, Κοινότητα, χωμάτινοι δρόμοι, πρόσωπα σκαμμένα, πλην όμως μοσχομυριστά καρβέλια, από το σπιτικό χωριάτικο ψωμί, που κέντριζε ευωδιαστά τις αισθήσεις. Η λαλιά θρακιώτικη: “Τι καλό κορτσούδ’ του Γιώργη, έλα πιδούδ’ μου, έλα, να σι δώκω ένα τζάνερο…”

Ένας αετός, χρυσαετός, με σήκωσε με τα πλατιά φτερά του, μ’απίθωσε σ’άλλη γειτονιά. Σ’άλλους κόσμους. σ’άλλα μέρη. Κορίτσια, κοριτσόπουλα σε μια μεγάλη, απλόχερη αυλή. Παιχνίδια, κοινοκτημοσύνη, πειθαρχία, τάξη, υπακοή. Γειτονιά μας, ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα. Τραγούδι μας: “Εδώ σ’αυτήν τη γειτονιά των πάνω πάνω ρούγα, τη φωλιά της έκτισε μια πέρδικα μικρούλα…” Αξεπέραστες μνήμες φώλιασαν, ρίζωσαν στο περιβόλι της καρδιάς.

Κι αλλάζω πάλι γειτονίτσα. Ο αετός, ο χρυσαετός καλά κρατεί και να’μαι τώρα στη χιλιοτραγουδισμένη , “Παλιά γειτονιά, τα δρομάκια τα στενά σου, παλιά γειτονιά και μια αγάπη παλιά…” Στο πρώτο ξεκίνημα της φύσης μου. Στην εφηβεία, σε ορεινή χιονοσκέπαστη πόλη. Στην πλατεία Ηρώων με τα φτωχόπαιδα της γειτονιάς, που ανδρώθηκαν και έγιναν, όλοι, καλοί οικογενειάρχες.

Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα που ‘χουν καρδιά μεγάλη, που ξέρουν να δουλεύουν, ξέρουν και να αγαπάνε. Καντάδες, κιθάρες, Σακουλέβας, λόφος Αγ. Παντελεήμονα, Βαρόσι, Μπου καμέν, Ιτσ Κουμάρ, περίπατοι σε λουλουδιασμένα τοπία. Γεωργική Σχολή, κοίτη, ρυάκια, ρουμάνια, φτέρες, μοσχοβολιές. Και η λαλιά: Άε φέτα αμέ, ντούτι τι άκπα… πήγαινε κορίτσι μου για νερό. Σοφή μου γιαγιά! Φλωρινιώτισσα μου…

Και πάλι ο χρυσαετός στον ορίζοντα. Για που; Θα δεις, θα δεις. Και βλέπω και χαίρομαι. Γειτονιά μου γειτονίτσα. Θάλασσα, πεδινό τοπίο. Μεγάλο πάρκο Κομοτηνής. Στον δρόμο χανούμισες με σαντόρ, με φερετζέ. Χότζας, τζαμί, Αλλάχ, Χριστός, Ναός, Καρντάσι. Η προτομή του Βιζυηνού, ο Μπουκλουτζάς και η Τουρκάλα έφερνε το γάλα, κανταΐφι, σαραγλί στο Μπαϊράμι. Άλλη λαλιά: “Τσοκ γκιουζέλ, ντουρ μπακαλούμ…” Γειτονιά μου αγαπημένη, ειρηνική αδελφωμένη. Γκιουζελίμ-Ισαλάχ-Αφερίμ.

Για που πάμε τώρα χρυσαετέ μου; Σε κοσμοπολίτικα μέρη, στο κλεινόν άστυ. Παραλιακή. Γλυφάδα. Αθήνα και πάλι Αθήνα. Τραγουδούν γαζίες, λεμονανθοί, νεραντζιές. Το γαλάζιο του ουρανού, με το μπλε της θάλασσας. Ακρόπολη, Λυκαβηττός, αρχαία μνημεία. Και η λαλιά: “Αμέ, αμέ. Η ωραία Μακεδόνισσα…” λέγανε στην πολυκατοικία και η θεία, καμάρωνε. “Τι μόνο η Αθήνα με το αρχαίο κάλλος, τις Καρυάτιδες; Ε, ε, κι εμείς είμαστε εδώ…”

Κι αλλάζουμε πάλι γειτονιά. Επιστροφή στα μέρη μας. Στη ρίζα της μητέρας: “Σου μπάο ντασκαλίτσα λίτσνε ντούσκο…” στο χωριό που πρωτοδιορίστηκα. Να μη μάθω τη λαλιά τους; Και τι όμορφοι άνθρωποι. Ψηλοί, ξανθοί, γαλανοί. Η Λέφα, η Φάντσε.

Γειτονίτσα μου, οι ανηφόρες, κατηφόρες τα δροσερά νερά, οι κατσαούνες, τα δάση, τα βουνά. Χρυσαετέ μου δεν κουράζομαι, πετάω, βλέπω, αγγίζω, χαίρομαι. Οι γειτονιές της καρδιάς, οι γειτονιές του κόσμου. Στην τελευταία γειτονιά ρίζωσα, άραξα 60 χρόνια τώρα, έκανα οικογένεια. Λελέβω σε γιαβρίμ, πουλίμ, ντε φτας;

Τώρα με δικό μου κοριτσόπουλο. Βρήκα το υπήνεμο λιμάνι. Ο χρυσαετός με εναπόθεσε σε καλή φωλιά. Περιδιαβαίνοντας το περιβόλι του μυαλού μου, κλωθογυρίζουν οι πρώτες μου γειτονιές. Που θα’θελες καλή μου να ξαναγυρίσεις τώρα να ξεκουραστείς; Σε ποιά από όλες τις γειτονιές σου; Μα είμαι πολίτης του κόσμου, όλες τις αγαπάω, έμαθα τη λαλιά τους, της κάθε γειτονιάς. Αλλά ΝΑΙ! Κάπου στα ενδόμυχα της ψυχής ξεχωρίζω τις ρίζες μου, την πατρική μου γη. Το ταξίδι της Οδύσσειας τελειώνει, ζητώ το Νόστιμον Ήμαρ. Θα’θελα, θα’θελα να γείρω στη σκιά της μικρής μου ροδιάς. Που φύτεψε ο πατέρας. Να σπάσω ένα μεγάλο ολοστρόγγυλο, κοκκινόχρυσο ρόδι και να σκορπίσω τους ζουμερούς καρπούς σ’όλα τα πέρατα του κόσμου, της γης. Γιατί εγώ ανήκω σ’όλους τους ανθρώπους και όλοι οι άνθρωποι σε μένα. Είμαστε όλοι πολίτες του κόσμου.

Ελευθερία Μπαλκουρανίδου-Βασιλειάδου – (Συν/χος δασκάλα)



Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4.5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 784 αξιολογήσεις)
Τέλειο80%
Πολύ καλό9%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Κακό8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up