‘Οι γυναικείες φωνές του πολέμου’ – ΗΧΩλόγιο

Παλαιότερα, αγαπημένοι μου, όταν μια γυναίκα παραπονιόταν για τα βάρη της μητρότητας, η απάντηση που εισέπραττε από έναν άνδρα ήταν μέσες άκρες: «Εντάξει, αλλά οι γυναίκες δεν πάνε στρατό, για να δούνε πόσα απίδια βάζει ο σάκος…».

Στις μέρες μας, βέβαια, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ειπωθεί μιας και οι γυναίκες στη χώρα μας έχουν κατακτήσει και αυτόν τον τομέα. Όμως αν το δει κανείς ιστορικά, οι πρώτες γυναίκες που πήγαν, όχι μόνο στρατό, αλλά στον πόλεμο, ήταν Αθηναίες και Σπαρτιάτισσες του 4ου αιώνα π.Χ.

Από τότε, η ιστορία έχει καταγράψει Σλάβες που πέθαναν στο πλάι των ανδρών και των πατεράδων τους το 626 μ.Χ. στην Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο αγγλικός στρατός είχε 225.000 γυναίκες, ο αμερικανικός 450-500.000 και 500.000 ο γερμανικός. Και βέβαια, ο ελληνικός ΕΛΑΣ και ο Δημοκρατικός Στρατός είχαν πολλές μάχιμες γυναίκες στους κόλπους τους, οι οποίες αποδείχτηκαν πολεμίστριες ισάξιες με του άνδρες πολεμιστές.

Κόκκινος ΣτρατόςΣτον Κόκκινο Στρατό της ΕΣΣΔ πολέμησαν κοντά στο ένα εκατομμύριο γυναίκες! Τα γράφω όλα αυτά, αγαπημένοι μου, επηρεασμένη από το υπέροχο βιβλίο «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας», της Σβετλάνας Αλεξίεβιτς, δημοσιογράφου στο επάγγελμα. Το τελείωσα μόλις χθες και αισθάνομαι την ανάγκη να επικοινωνήσω τις εντυπώσεις μου.

Υποπτεύομαι πως, αν η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς δεν είχε τιμηθεί το 2015 με το Βραβείο Νομπέλ, το βιβλίο αυτό δύσκολα θα κυκλοφορούσε στα ελληνικά. Το «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας» εκδόθηκε το 1985 σε λογοκριμένη μορφή και σημείωσε τεράστια επιτυχία, αφού πούλησε πάνω από 2.000.000 αντίτυπα στην τότε Σοβιετική Ένωση.

Έπρεπε να καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση για να εκδοθεί το 2002 στην οριστική του μορφή, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τα όσα έκοψε η λογοκρισία αλλά και όσα η συγγραφέας, για «ευνόητους» λόγους, δεν είχε παλαιότερα συμπεριλάβει. Το θέμα είναι ασυνήθιστο: η Αλεξίεβιτς συνθέτει μαρτυρίες γυναικών του σοβιετικού στρατού που έλαβαν μέρος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», όπως τον αποκαλούν οι Ρώσοι.

Ο πόλεμος αυτός «δεν είχε πρόσωπο γυναίκας» για δύο λόγους: πρώτον, επειδή ως τότε δεν είχε καταγραφεί η, ας πούμε, γυναικεία πλευρά του, το πώς τον βίωσαν και θα τον περιέγραφαν οι γυναίκες που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, και, δεύτερον, επειδή δεν ειπώθηκε τίποτε για τις επιπτώσεις που είχε στη ψυχολογία και στη συμπεριφορά τους στη μεταπολεμική τους ζωή.

Ένα εκατομμύριο γυναίκες, νεαρά κορίτσια οι περισσότερες, υπηρέτησαν στον σοβιετικό στρατό κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Ως αντάρτισσες, ως ελεύθεροι σκοπευτές, ως οδηγοί αρμάτων, ως σκαπανείς, τραυματιοφορείς, νοσοκόμες, τυφεκιοφόροι, πολυβολητές – σε κάθε σχεδόν ειδικότητα.

Πολλές κατατάχθηκαν ως εθελόντριες, κάποιες μάλιστα κρύβοντας την πραγματική τους ηλικία. Έμαθαν τον πόλεμο και έζησαν τον θάνατο πριν καταλάβουν τι είναι η ζωή. Και κάποιες, όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει, αισθάνονταν όχι ότι γέρασαν, αλλά πως ήταν μεγαλύτερες από την πραγματική τους ηλικία.

Οι αφηγήσεις των γυναικών, αγαπημένοι μου, είναι σύντομες, καίριες, απαλλαγμένες από «συναισθηματισμούς», γιατί τα όσα έζησαν τις ξεπερνούσαν. «Μου φαίνεται ότι έχω ζήσει δυο ζωές – μια αντρική και μια γυναικεία…» λέει η Στανισλάβνα Πετρόβνα Βόλκοβα, που ήταν ανθυπολοχαγός, διοικήτρια διμοιρίας σκαπανέων.

Και ακόμα: «Αν ρωτήσετε τι χρώμα έχει ο πόλεμος, θα σας πω: το χρώμα του χώματος. Για τον σκαπανέα… Μαύρο, κίτρινο, το αργιλώδες χρώμα του χώματος…» Διαβάζοντας το βιβλίο, από την αρχή ακόμη καταλαβαίνεις πως οι μαρτυρίες των γυναικών που μιλούν έχουν την αμεσότητα της πρωτόγνωρης εμπειρίας.

Όταν όμως φτάνεις στο τέλος του βιβλίου, συμπεραίνεις ότι διάβασες μια προφορική ιστορία του πολέμου, που την αφηγούνται κάποιες από τις ανώνυμες ως τότε πρωταγωνίστριές του. Αυτή η ιστορία, αυτή η αφήγηση, είναι πολύ διαφορετική από την αντίστοιχη των ανδρών, που μιλούν συνήθως για τα γεγονότα.

Εδώ έχουμε μια ευθεία καταγραφή της “ανθρώπινης” (δηλαδή της απάνθρωπης) πλευράς του πολέμου από τις γυναίκες που συμμετείχαν, και είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των ανδρών, γιατί η γυναίκα γεννά τη ζωή, και άρα την καταλαβαίνει σε μεγαλύτερο βάθος.

Η επιστροφή, αγαπημένοι μου, από το μέτωπο δεν ήταν ευχάριστη για τις περισσότερες. Τα παιδιά που πολλές από αυτές είχαν αφήσει πίσω τους δεν τις αναγνώριζαν και, όσες ήταν ανύπαντρες, δυσκολεύονταν να βρουν σύζυγο, γιατί οι άνδρες δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι θα παντρεύονταν γυναίκες που χειρίζονταν τουφέκια και βαρέα όπλα, που ήταν πιλότοι και κομάντος. Δεν τις έβλεπαν σαν γυναίκες αλλά σαν στρατιώτες που είχαν γυρίσει από τον πόλεμο, όπου είχαν αφήσει τα νιάτα τους, μολονότι αρκετές ήταν ακόμη πολύ μικρές σε ηλικία. «…Ο άνδρας μου έλεγε ότι είμαι σκληρή, ότι δεν έχω γυναικεία καρδιά…»

Κάποια από τα κορίτσια γέννησαν στο μέτωπο, κάποια άλλα κουβαλούσαν τα παιδιά τους στην πλάτη, άλλα άφησαν τους άνδρες τους, κάποια δεν τους ξαναείδαν ποτέ και άλλα, ενώ ήθελαν να συμπεριφέρονται σαν γυναίκες, δεν μπορούσαν γιατί δεν ήταν πλέον γυναίκες, ήταν στρατιώτες! «Τι απαίσιος αυτός ο πόλεμος… αν τον δεις με γυναικεία μάτια, τότε είναι πιο τρομακτικός. Γι’ αυτό δεν μας ρωτάνε»… «Ο λοχαγός ήταν πολύ όμορφος. Όλες ήμασταν ερωτευμένες μαζί του»… «Πώς γίνεται να μη φοράς ανάλαφρα φορέματα… ήμουν δεκαοχτώ χρόνων… σκεφτόμουν ότι η γυναικεία ζωή δεν έχει θέση στον πόλεμο. Είχα κάνει λάθος»

Ο Φρόιντ, αγαπημένοι μου, το 1931, έγραφε στη Μαρία Βοναπάρτη ότι αισθάνεται δέος απέναντι στη γυναικεία σεξουαλικότητα, μια μαύρη ήπειρο, την αποκρυπτογράφηση της οποίας θα πρέπει να βρουν οι ίδιες οι γυναίκες ή να μιλήσουν γι’ αυτές οι ποιητές. Διαβάζοντας τις συγκλονιστικές μαρτυρίες των γυναικών που επέζησαν από έναν βίαιο πόλεμο –που συγκέντρωσε η Αλεξίεβιτς– έρχεται κάποιος σε επαφή με την πολυπλοκότητα του θηλυκού.

Στις αφηγήσεις τους σου δίνεται η εντύπωση όχι απλώς ότι ανακαλούν τα όσα έζησαν αλλά και πως τώρα ανακαλύπτουν το πραγματικό τους νόημα: τη φρίκη του πολέμου, το αίμα, τη λάσπη, τον θάνατο. Κι εδώ, οι σκηνές από το Στάλινγκραντ, για να περιοριστώ μόνο σε αυτές, είναι συγκλονιστικές.

Το βιβλίο, αγαπημένοι μου, είναι χωρισμένο σε θεματικές ενότητες με χαρακτηριστικούς τίτλους, όπως λ.χ.: «Δεν θέλω να θυμάμαι», «Στο σπίτι μας ζουν δύο πόλεμοι», «Να τον δω τουλάχιστον μια φορά», «Τα μάτια αυτά τα θυμάμαι ακόμα».

Πολλές γυναίκες που περνούν από τις σελίδες του βιβλίου δεν μίλησαν αμέσως στην Αλεξίεβιτς. Χρειάστηκε η συγγραφέας να εξοικειωθεί μαζί τους, να περάσει ώρες και μέρες συζητώντας άλλα πράγματα, ώσπου να ξεκλειδώσουν τον ψυχισμό τους και να της αποκαλύψουν ό,τι είχαν για χρόνια ενταφιάσει μέσα τους.

Για τούτο και οι αφηγήσεις, στη συντριπτική τους απλότητα, ακούγονται αποκαλυπτικές. Όλα τα πρόσωπα της αφήγησης μας λένε, με ελάχιστα λόγια, ποιά είναι τώρα, ως συνέπεια του ποιά υπήρξαν τότε. Να τι λέει, για παράδειγμα, η Ταμάρα Στεπάνοβνα Ουμνιάγκινα, που υπήρξε λοχίας φρουράς, νοσοκόμα τραυματιοφορέας: «Δεν μπορείς να έχεις μια καρδιά για το μίσος και μια για την αγάπη. Μία έχει ο άνθρωπος, κι εγώ σκεφτόμουνα πώς θα σώσω τη δική μου…».

Είναι, αγαπημένοι μου, ένα υπέροχο βιβλίο! Ένα πικρό, σκληρό αλλά και πολύ αποκαλυπτικό και συγκινητικό βιβλίο…

Με αγάπη εύα


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up