«Οι νόμοι μοιάζουν με τον ιστό της αράχνης…» – ΗΧΩλόγιο

Οι περισσότεροι, αγαπημένοι μου, σίγουρα θα θυμάστε εκείνα τα σκανταλιάρικα ερωτήματα που κάναμε όταν ήμασταν πιτσιρίκια: «Τι χρώμα είχε το άσπρο άλογο του Κολοκοτρώνη;» ή «τα παιδιά του Ζεβεδαίου ποιόν είχανε πατέρα;»,και «Πόσοι ήταν οι εφτά σοφοί της Ελλάδος;».

Ερωτήματα, δηλαδή, που εμπεριείχαν την απάντηση και, αν ο ερωτώμενος ξαφνιασμένος δεν απαντούσε, ξεσπούσαμε σε γέλια ακράτητα και τον αρχίζαμε στην καζούρα. Μία όμως από τις ερωτήσεις αυτές, εκείνη που αναφέρεται στους εφτά σοφούς, δεν είναι και τόσο σκανδαλιάρικη γιατί, ενώ φαίνεται, δεν εμπεριέχει την απάντηση.

Οι εφτά σοφοί της Ελλάδας δεν ήταν… οι εφτά, αυτοί δηλαδή που τα ονόματά τους τα είχαμε αποστηθίσει γιατί ήταν ένα από τα s.o.s στις εξετάσεις. O κατάλογος των σοφών ήταν αρκετά ελαστικός και κάτω από τον τίτλο «οι εφτά σοφοί» χωρούσαν περισσότεροι. Ανώτατο όριο οι δεκαεφτά σοφοί, που ονομάτισε ο Έρμιππος, γραμματικός του 3ου αιώνα π.Χ. από τη Σμύρνη.

Ας τους μνημονεύσουμε, έστω για να δούμε ότι και οι πιο λαμπρές προσωπικότητες είναι ανίσχυρες μπροστά στον Χρόνο που όλα τα καταπίνει. Έχουμε, λοιπόν, και λέμε: Σόλων ο Αθηναίος, Θαλής ο Μηλήσιος, Πιττακός ο Μυτηληναίος, Βίας Ο Πρινεύς, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, Κλεόβουλος ο Ρόδιος, Μύσων, Περίανδρος, Ανάχαρσης, Ακουσίλαος, Επιμενίδης, Λεώφαντος, Φερεκύδης, Αριστόδημος, Πυθαγόρας, Λάσος, Αναξαγόρας.

Όμως, αγαπημένοι μου, σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να ανατρέψω τη μέχρι τώρα, περί σοφών, παγιωμένη γνώση σας. Εκείνο που θέλω να μοιραστώ μαζί σας είναι τούτο: χαρακτηριστικό του αρχαίου πνεύματος είναι ότι, σχεδόν σε όλους τους καταλόγους με τα ονόματα των σοφών, χωράει πάντα δίπλα στους Έλληνες, ισότιμός τους, ένας ξένος: Ο σοφός Ανάχαρσης από τη μακρινή Σκυθία, που ήταν τόπος καταγωγής των Αμαζόνων.

Στην αρχαία Αθήνα, τους Σκύθες τους χρησιμοποιούσαν σαν μισθοφόρους-αστυφύλακες. Ο Ανάχαρσης, λοιπόν, Σκύθης ποιητής και φιλόσοφος, «νομάς και πλάνης άνθρωπος» όπως αυτοπροσδιοριζόταν, για να θεωρηθεί ένας από τους δεκαεπτά σοφούς την Ελλάδος, δεν μέτρησε τόσο το γεγονός ότι η μητέρα του ήταν Ελληνίδα, και χάρη σ’ αυτήν ήταν εξ απαλών ονύχων «δίγλωττος», αλλά το ότι λάτρεψε το ελληνικό πνεύμα, τον ελληνικό τρόπο ζωής.

Όταν μετά από τα πολλά του ταξίδια επέστρεψε στην πατρίδα του, με τη δύναμη που κατείχε, γιατί ήταν γιος του βασιλιά, προσπάθησε να εφαρμόσει τις φιλοσοφικές του ιδέες, να εισαγάγει τη λατρεία της Δήμητρας και να πείσει τους πατριώτες του να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά των Ελλήνων. «Πάντας έπειθε βιούν ήθεσιν Ελλαδικοίς».

Δεν πρόλαβε, όμως, να κάνει και πολλά γιατί τον τόξευσε στο κυνήγι ο αδερφός του και τον σκότωσε. Είχε βλέπετε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι σκόπευε να καταλύσει τα έθιμα και τις συνήθειες της πατρίδας του. Ας πούμε, μια από τις συνήθειες των συμπατριωτών του που θέλησε να τιθασεύσει ο Ανάχαρσης, ήταν η περιβόητη «σκυθική μέθη», που την αποδοκίμασε ακόμα και ο Ανακρέων, σεσημασμένος λάτρης του κρασιού και υμνητής του.

Έλεγε χαρακτηριστικά: «Τριών ειδών τσαμπιά («βότρυς») παράγει το αμπέλι: τον πρώτον ηδονής, τον δεύτερον μέθης, τον τρίτον αηδίας». Προφανώς, ο Ανάχαρσης στην Ελλάδα είχε γευτεί τον υποστηρικτικό του διαλόγου και του στοχασμού κεκραμένον οίνον. Παρασύρομαι, όμως, και σίγουρα, αγαπημένοι μου, θα αναρωτιέστε πού το πάει ετούτη εδώ; Στα ταξίδια του, λοιπόν, που λέτε, ο Ανάχαρσης πέρασε, πιθανόν το 589 π.χ., και από την Αθήνα.

«Φτάνοντας», μας λέει ο Πλούταρχος, «αναζήτησε το σπίτι του σπουδαίου νομοθέτη και ποιητή Σόλωνα, για ν’ ακούσει, να κουβεντιάσει, να μάθει και να κρίνει. Χτύπησε την πόρτα και είπε πως είναι ξένος που ζητά φιλοξενία και φιλία. «Καλύτερο είναι να πιάνει κανείς φιλίες στον τόπο του», του αποκρίθηκε ο Σόλων. «Ωραία λοιπόν», απάντησε ο Aνάχαρσης. «Eσύ βρίσκεσαι στον τόπο σου. Kάνε μας τότε φίλους σου και φιλοξένησέ μας».

Θαύμασε ο Σόλωνας την εξυπνάδα του επισκέπτη του. Τον δέχτηκε με όλη του την καρδιά και τον κράτησε πολύν καιρό μαζί του. Ήταν ακριβώς την εποχή που ο Σόλων είχε αρχίσει να ασχολείται με την πολιτική και να συντάσσει τους νόμους του. O Aνάχαρσης όμως», συνεχίζει ο Πλούταρχος, «περιγελούσετις προσπάθειες του Σόλωνα, που πίστευε ότι με τους γραπτούς νόμους που φτιάχνει θα περιορίσει τις αδικίες και την πλεονεξία των πολιτών.

Γιατί φρονούσε πως οι νόμοι μοιάζουν με τον ιστό της αράχνης. Πιάνουν δηλαδή τους αδύναμους και τους μικρούς, αλλά οι δυνατοί και οι πλούσιοι τούς σπάζουν. Σ’ αυτό τού απάντησε ο Σόλων πως οι άνθρωποι κρατούν τις συμφωνίες όταν η αθέτησή τους δεν συμφέρει κανέναν. Είπε ακόμα πως ο ίδιος προσαρμόζει τους νόμους του στους πολίτες, ώστε να βλέπουν όλοι πως η δίκαιη πράξη είναι πιο καλή απ’ την παράνομη.

Όλα όμως, λέει ο Πλούταρχος, «πήγαν όπως τα πρόβλεψε ο Aνάχαρσης κι όχι όπως τα προσδοκούσε ο Σόλωνας». Αν ξαναρχόταν, λοιπόν, στη σημερινή Αθήνα ο Ανάχαρσης, αγαπημένοι μου, ας πούμε σαν φάντασμα, τι θα ‘βλεπε, τι θ’ άκουγε και τι θα καταλάβαινε; Ότι κάθε φορά που γίνεται συζήτηση για τη Δικαιοσύνη, κάθε φορά δηλαδή που ο φαρισαϊσμός εξαπολύει ισχυρισμούς που δεν τους πιστεύει ούτε ο ίδιος, του τύπου «η Θέμις πρέπει να αποφασίζει απερίσπαστη, ακηδεμόνευτη, χωρίς άνωθεν και έξωθεν παρεμβάσεις», δικαιώνεται και πάλι ο δικός του μελαγχολικός σκεπτικισμός, ο δε Σόλων αποδεικνύεται υπερβολικά αισιόδοξος.

Και τι θα ξανάλεγε ο σοφός Ανάχαρσης για τους νόμους; Ό,τι και την πρώτη φορά: ότι δεν διαφέρουν σε τίποτα από την αράχνη! «Μηδέν των αραχνίων διαφέρειν, αλλ’ ως εκείνα τους μεν ασθενείς και λεπτούς των αλισκομένων καθέξειν, υπό δε των δυνατών και πλουσίων διαρραγήσεσθαι». Ο σκεπτικισμός και η μελαγχολία του Ανάχαρση, μεταδοτική σαν κακιά αρρώστια, κυριεύει οποιονδήποτε παρακολουθεί όλα όσα συμβαίνουν και διαπιστώνει ότι ο ιστός της αράχνης, όπως και στα χρόνια του Σόλωνα, παραμένει ακόμα πνιγηρός για τους «ανώνυμους» και τους «ταπεινούς» και διάτρητος για τους «επώνυμους».

Διαπιστώνει πως όλοι αυτοί που κόπτονται για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν μερίμνησαν, ενόσω κυβερνούσαν, να κάνουν κάτι απλό: Να αναθεωρήσουν το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, που προβλέπει ότι οι κορυφαίες θέσεις της δικαστικής ιεραρχίας καλύπτονται με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, μάλλον με κριτήριο την κομματοφροσύνη.

Διαπιστώνει ότι πολλές υποθέσεις κερδίζονται στα τηλεπαράθυρα, πολύ πριν εκδικαστούν. Και κερδίζονται από τις παραστάσεις που δίνει εκεί η χορεία των «γνωστών ποινικολόγων», αλλά και ο όμιλος των μεγαλοδημοσιογράφων, που παίρνουν θέση ανάλογα με τη θέση τους στο σύστημα εξουσίας. Υπαγορευμένη δηλαδή από το πόστο τους, όχι από τη συνείδησή τους, που την έχουν αφήσει σε βάθη μεγάλα να αγραναπαύεται.

Με αγάπη εύα


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up