Ο Άγιος Νικόλαος (Γράφει η Iunia-Elena Zisu)

Κοινοποίησε στους φίλους σου ή στο κοινό σου...:

Βρισκόμαστε στα Πάταρα της Λυκίας, μία επαρχία της Ανατολικής Ρωμαïκής Αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία, γύρω στα 280. Ευσεβείς γονείς, ο Θεοφάνης και η Νόνα γέννησαν το παιδί τους Νικόλαο, ευχαριστώντας τον Θεό για την ευλογία αυτή. Τον μεγάλωσαν και του έδωσαν χριστιανική μόρφωση και αξίες και ύστερα τον έστειλαν να σπουδάσει στα σχολεία της εποχής με σκοπό την απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων.

Σε δύσκολους καιρούς όπου ο λαός υπέφερε από πανούκλα και άλλες βαριές ασθένειες τα κύρια μελήματά του ήταν η προσευχή, η μελέτη και η στήριξη που πρόσφερε σε όσους αντιμετώπιζαν δύσκολες καταστάσεις.

Αρετές όπως η καλοσύνη και η τιμή τον συνόδευσαν από μικρό παιδί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, διότι ήταν πιστός και κουβαλούσε μέσα στην καρδιά του τη συγκίνηση και την αγάπη για την ορθόδοξη – χριστιανική πίστη. Μετά τον θάνατο των γονιών του, δωρίζει ολόκληρη την περιουσία του σε φτωχούς και πηγαίνει να προσκυνήσει στους Aγίους Τόπους όπου συνεχίζει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, να βοηθάει με πράξεις γενναιοδωρίας τους φτωχούς και ταλαίπωρους ανθρώπους.

Στην πορεία απομακρύνθηκε από τον κόσμο και πήρε την απόφαση να ζήσει μια ασκητική ζωή στην έρημο της Αιγύπτου και στη συνέχεια πεπεισμένος ότι αυτός είναι ο σωστός δρόμος για τη σωτηρία και την τελειότητα, δέχεται με όρκο το ιερό Μυστήριο της Ιεροσύνης.

Τα δεινά, οι αμαρτίες και η έλλειψη αγιοσύνης και πίστης  που επικρατούσαν εκείνον τον καιρό επηρέασαν βαθιά τη συνείδηση του κόσμου, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν με καχυποψία την καλοσύνη και την ιερή ζωή του Αγίου Νικολάου. Η φήμη των καλών πράξεων του όμως έπεισε τους Χριστιανούς των τόπων εκείνων να συνειδητοποιήσουν ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι ο Θεός τον έστειλε σε αυτούς και έτσι, μετά τον θάνατο του επισκόπου τους, ορίζουν τον Άγιο Νικόλαο ως επίσκοπο του τόπου.

Ἐν τοῖς Μύροις Ἅγιε, ἱερουργὸς ἀνεδείχθης· τοῦ Χριστοῦ γὰρ Ὅσιε, τὸ Εὐαγγέλιον πληρώσας, ἔθηκας τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ λαοῦ σου, ἔσωσας τοὺς ἀθώους ἐκ τοῦ θανάτου· διὰ τοῦτο ἡγιάσθης, ὡς μέγας μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος (Κοντάκιον).

Λόγω της χριστιανικής πίστης, του ζήλου και της ελεημοσύνης που δείχνει απέναντι στους φτωχούς και τους διωκόμενους, ο Άγιος Νικόλαος καταδιώκεται και φυλακίζεται από τους αυτοκράτορες Διοκλητιανό και Μαξιμιανό. Δεν τον τρόμαξαν όμως τα φοβερά βασανιστήρια και υπομονετικά περιμένει εκείνη την ημέρα κατά την οποία οι Χριστιανοί θα βγουν από τις κατακόμβες στο φως για να κηρύξουν τον Λόγο του Θεού στον κόσμο.

Μετά από λίγο καιρό δικαιώθηκε γιατί με τη βοήθεια του Θεού, ο Μέγας Κωνσταντίνος ανέρχεται στον θρόνο ως αυτοκράτορας, με αποτέλεσμα να απλώνονται και να εδραιώνονται αξίες όπως ελευθερία και ειρήνη της εκκλησίας μέσω της καταδίκης του λεγόμενου Αρειανισμού.

Στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο που έλαβε μέρος το 321 στη Νίκαια συμμετείχαν 318 επίσκοποι μεταξύ τους και ο καλόκαρδος Άγιος Νικόλαος, ο οποίος βλέποντας τη λανθασμένη διδασκαλία του Αρείου έσπευσε και τον χαστούκισε για αναίδεια καθώς, έσπερνε «ζιζάνια» στην Αγία Πίστη. Η γενναιοδωρία δίχως όρια και η καλοσύνη του διαπέρασε τους αιώνες όπως και τα θαύματά του τα όποια έγιναν γνωστά όχι μόνο στον χριστιανικό κόσμο.

Ο Άγιος Νικόλαος ήταν ο άγιος που επέπληττε τους κακούς και αμαρτωλούς ενώ ταυτόχρονα υπερασπιζόταν τους αδικημένους ανθρώπους. Τα διδάγματά του διείσδυσαν βαθιά στις ψυχές των πιστών και το έλεός του ενίσχυσε όλους εκείνους που μετά βίας μπορούσαν να ζήσουν.

Με την προσευχή του, ο ναός της Αρτέμιδος θρυμματίστηκε, τα κύματα της θάλασσας και τα στοιχεία της φύσης ηρεμούσαν, η ξηρασία υποχωρούσε και ο άνεμος φυσούσε στα πανιά των πλοίων που επέστρεφαν τα ξεραμένα από τον ήλιο σιτάρια των πλουσίων, στα εδάφη της Ανατολής. Έσωζε τα κορίτσια από αμαρτωλή ζωή πετώντας χρυσά κέρματα μέσα από τα παράθυρα των φτωχών σπιτιών και γλύτωνε τους ναυτικούς από τα βάθη της αγριεμένης θάλασσας.

Οι καλές πράξεις και τα θαύματά του έχουν επιβιώσει ως τις μέρες μας και αποτελούν αξιόπιστη μαρτυρία της καλοσύνης και της αγιότητάς του.  Ακόμα και σήμερα οι ναυτικοί συνεχίζουν να τον έχουν προστάτη, ενώ κάθε χρόνο τα παιδιά περιμένουν με λαχτάρα την 6η Δεκεμβρίου για να πάρουν μέσα από τις περιποιημένες μπότες τους, τα δώρα του Αγίου Νικολάου.

Τα πρώτα δώρα τα φέρνει ο άγιος Νικόλαος στις αρχές του Δεκεμβρίου, μοιράζοντας μεγάλη χαρά σε όλες τις χριστιανικές οικογένειες, στους μικρούς και τους μεγάλους.

Στην Ρουμανία έχουμε πλούσια λαογραφία, παραδόσεις, έθιμα και θρησκευτικές λειτουργίες (≪Ακάθιστοι Ύμνοι≫, Χαιρετισμοί, ονομαστικές και εκκλησιαστικές γιορτές) που απεικονίζουν αξιόπιστα τον βίο και την αγιοσύνη του Αγίου Νικολάου. Σύμφωνα με την παράδοση, στα χωριά της Τρανσυλβανίας στη Ρουμανία, ο Άγιος Νικόλαος ονομάζεται Sân-Nicoară ενώ στην Μπουκοβίνα κάθεται ακριβώς δίπλα στον θεϊκό θρόνο και στο τραπέζι με τον Άγιο Βασίλειο φέρνοντας φως στην αρχή της καινούριας χρονιάς.

Και τότε έρχεται εκείνη η στιγμή που οι ουρανοί ανοίγουν στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Συνηθίζεται επίσης, στις 6 Δεκεμβρίου οι άνθρωποι να βάλουν δίπλα στην εικόνα του ένα κλαδί οπωροφόρου δέντρου μέσα σε ένα δοχείο με νερό και αν αυτό ανθίσει, τότε λέγεται ότι το νέο έτος θα είναι γόνιμο.         

Στη ρουμάνικη λαογραφία και τη λαϊκή πίστη ο Άγιος Νικόλαος καταλαμβάνει επίσης, κεντρική θέση. Ο ποιητής George Coșbuc αναφέρεται σ’ αυτόν ως «φύλακα του ηλίου» καθώς, φοβισμένος από αυτά που έβλεπε να διαδραματίζονται στη γη, ακόμα και ο ήλιος θα το έσκαγε μακριά αν δεν τον φύλαγε ο άγιος, κουρασμένος και βαριεστημένος από αυτόν τον αιώνιο δρόμο≫.

Σε άλλες περιοχές της Μπουκοβίνας, η ιστορία λέει ότι ακόμα και οι διάβολοι τον φοβόντουσαν, καθώς φύλαγε την πύλη της κόλασης για περίπου 38 χρόνια, με σκοπό να εμποδίσει την είσοδο των ανθρώπων στον κάτω κόσμο. Στην περιοχή Ghindărești αλλά και στα χωριά που βρίσκονται στις όχθες του Δούναβη, οι ψαράδες και οι ναυτικοί τον καλούν συχνά για βοήθεια, παρακαλώντάς τον να σταματήσει τις πλημμύρες και να ηρεμήσει τη θάλασσα και τα νερά.

Σε μέρη όπως Σουτσεάβα, Ολτενία και Câmpulung Muscel, ο θρύλος του Αγίου Νικολάου κυκλοφορεί σε διαφορετικές εκδοχές. Μία απ’ αυτές λέει ότι υπήρχε ένας φτωχός άνθρωπος που είχε χάσει όλη την οικογένειά του και λιμοκτονούσε από την πείνα, καθώς δεν είχε που να δουλέψει. Έτσι αποφασίζει και βάζει ενέχυρο το μοναδικό πολύτιμο πράγμα που του είχε απομείνει στο σπίτι, μια εικόνα του Αγίου Νικολάου στην οποία κάθε μέρα γονάτιζε και προσευχόταν. Ως αντάλλαγμα πήρε από τον ιδιοκτήτη του καπηλειού λίγα χρήματα και ένα σκληρό κομμάτι ψωμιού. Ήταν όμως ευχαριστημένος γιατί θα ξεγελούσε για λίγο την πείνα του. Ήθελε πολύ να πάρει πίσω την εικόνα του, αλλά προς το παρόν δεν είχε άλλη επιλογή.

Εκείνη την εποχή ήταν χειμώνας όταν κάποια παιδιά πήραν κρυφά την εικόνα από τον ιδιοκτήτη του καπηλειού και πήγαν να κάνουν έλκηθρο σε μία χιονισμένη κατηφόρα του χωριού. Μία μέρα ένας υπηρέτης ενός εμπόρου της περιοχής περνούσε από το καπηλείο και βλέποντας τα παιδιά που έπαιζαν με την εικόνα παρατήρησε μία ιδιαίτερη λάμψη που εξέπεμπε η μορφή του Αγίου Νικολάου και έτσι θέλησε πολύ να την αποκτήσει. Πλήρωσε στον ιδιοκτήτη του καπηλειού το απαιτούμενο ποσό και πήρε μαζί του την εικόνα, την οποία και έβαλε πάνω από το κρεβάτι όπου κοιμόταν.

Μια άλλη μέρα όμως εμφανίστηκε στα μέρη εκείνα ένας γέροντας με άσπρα μαλλιά που αναζητούσε στέγη και φαγητό. Όντας πιστός υπηρέτης, αυτός τον φιλοξένησε και τον περιποιήθηκε καθωσπρέπει και έτσι από εκείνη την στιγμή το μικρό κατάστημα του εμπόρου όπου δούλευε, γέμισε με πολύ κόσμο που ήθελε να ψωνίσει.

Μετά ο έμπορος έστειλε τον υπηρέτη μαζί με τον γέροντα σε άλλα μέρη για να φέρουν καινούρια εμπόρευματα. Έτσι, ο γέροντας και ο υπηρέτης έφτασαν σε ένα άλλο βασίλειο, όπου η βασιλική οικογένεια ήταν αδύνατον να προσευχηθεί στην εκκλησία του παλατιού, γιατί το μέρος ήταν στοιχειωμένο από κακά, διαβολικά πλάσματα.

Και όλη η περιοχή ήταν τόσο φοβισμένη που κανείς δεν ήθελε να αναλάβει τη φρούρηση της εκκλησίας παρόλο που ο βασιλιάς υποσχέθηκε ότι θα πληρώσει ένα τσουβάλι χρυσά νομίσματα για κάθε νύχτα. Όταν έμαθε το παλικάρι ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ξεφύγει από τη φτώχεια, ζήτησε την ευλογία του γέροντα για να φυλάξει την εκκλησία.  Προσευχόταν στον Θεό για να μην του συμβεί κάτι κακό, να μην τον πάρει ο ύπνος και να τον καταπιεί ξαφνικά το κακό πνεύμα. Άντεξε περίπου δύο νύχτες.

Τότε ο βασιλιάς του υποσχέθηκε μία από τις κόρες του εάν θα μπορούσε να διώξει από την περιοχή το διαβολικό πνεύμα. Την τελευταία νύχτα όμως αυτό του επιτέθηκε για να τον σκοτώσει τη στιγμή που το παλικάρι διάβαζε το Ευαγγέλιο. Οι αυλικοί άκουσαν την κραυγή του και τον θόρυβο και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου όλοι εξεπλάγησαν και σταυροκοπήθηκαν τρομαγμένοι στη θέα ενός φαντάσματος.

Σύμφωνα με τον θρύλο, μία κακή νεράιδα έχει ρίξει βαριές κατάρες στη μία από τις κόρες του βασιλιά. Προσευχήθηκαν όλοι μαζί ασταμάτητα αλλά το φρικτό πνεύμα δεν έφευγε δίπλα από το παλικάρι. Αμέσως μετά ο γέροντας εμφανίστηκε στον Άγιο Ναό, χτύπησε δυναμικά με τη ράβδο.

Ο βασιλιάς τήρησε την υπόσχεσή του, έγινε ο γάμος και στο αποκορύφωμά του, ο γέροντας τους κάλεσε όλους λέγοντάς τους πως είναι ο Άγιος Νικόλαος: Έτσι το φρικτό τέρας χάθηκε στην έρημο, μακριά από όλους και η κοπέλα παρέμεινε για πάντα ένα ωραίο πλάσμα…

Στην Ευρώπη σύμφωνα με την παράδοση, τη νύχτα της παραμονής της 6ης Δεκεμβρίου ο Άγιος Νικόλαος επισκέπτεται τα σπίτια των φρόνιμων παιδιών για να τους φέρει δώρα, παιχνίδια, φρούτα, γλυκά και λεφτά. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα άτακτα και ανυπάκουα παιδιά τα οποία δεν παίρνουν δώρα από τον Άγιο Νικόλαο παρά μόνο μια βέργα, ως ένδειξη συμμόρφωσης. Πάντως όλα τα παιδιά φρόνιμα ή όχι, τη νύχτα παραμονής της 6ης Δεκεμβρίου περιποιούνται ανυπόμονα τα παπούτσια τους εν όψει αυτού του γεγονότος.

Στην Τσεχία ο Sveti Nikola αφήνει δώρα και φρούτα μέσα στα περιποιημένα παπούτσια των καλών παιδιών τα οποία τοποθετούνται πριν από τη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου στα περβάζια των παράθυρων. Από την άλλη, τα άτακτα παδιά βρίσκουν το πρωί μέσα στα παπούτσια τους, πατάτες και κάρβουνα. Στο Λουξεμβούργο συνήθως πολλά παιδιά του γράφουν γράμμα για να μην τα ξεχάσει.

Στην Αυστρία και το Βέλγιο συναντάμε την ίδια παράδοση. Σύμφωνα με ένα άλλο έθιμο, τα παιδιά χαίρονται πολύ για τον έρχομό του και προετοιμάζουν με χαρά, καρότα και ζάχαρη για το άσπρο άλογό του. Πάντα όμως ο Άγιος Νικόλαος κουβαλάει ένα τεράστιο σάκο γεμάτο δώρα και ένα βιβλίο στο οποίο είναι γραμμένες οι πράξεις όλων μας.

Ο Άγιος Νικόλαος κοιμήθηκε εν ειρήνη στις 6 Δεκεμβρίου του έτους 342.  Το 1087 λόγω της περσικής εισβολής τα λείψανά του φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί μεταφέρονται από τους Σταυροφόρους πρώτα στη Βενετία και στις 9 Μαϊού του 1087 στο Μπάρι της Ιταλίας και συγκεκριμένα, στον Ναό του Αγίου Στεφάνου. Ο Constantin Brâncoveanu είναι ο Ρουμάνος ηγεμόνας που έφερε στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Βουκουρέστι το δεξί χέρι του Αγίου Νικοάλου, το οποίο συνεχίζει να φυλάγεται ακόμα εκεί.

≪Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν (Ἀπολυτίκιον)

Zisiu Iunia Elena

Iunia-Elena Zisu

ΗΧΩΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ
Αικατερίνη Ρίζου

Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
Rated 4.5 out of 5
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 959 αξιολογήσεις)
Τέλειο80%
Πολύ καλό10%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Κακό7%


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.