Ο αχόρταγος και άσχημος βοσκός – Π.Βότσης

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΠριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο ζούσε στο χωριό μας, τη Σετίνα (Σκοπός), όπως διηγούνται οι μεγαλύτερης ηλικίας συγχωριανοί μας, ένας συγχωριανός μας, που μεγάλωσε κι ανδρώθηκε στο βουνό βοσκώντας τα ζωντανά.

Από μικρή ηλικία βρισκόταν στο βουνό. Στην αρχή στο μπατζαριό φρόντιζε τα γουρούνια. Λίγο μεγαλύτερος, δηλαδή 10 με 13 φρόντιζε τα γέρικα και κουτσά πρόβατα και κατσίκια που δεν απομακρύνονται πολύ από το μαντρί ή την στρούγκα. Ακόμη πήγαινε μια φορά την εβδομάδα στο χωριό για να φέρει το ψωμί που ζυμωνόταν και ψηνόταν στο χωριό.

Μια φορά τον στείλανε στο χωριό να φέρει το ψωμί ως συνήθως. Εκείνη τη φορά οι γυναίκες είχαν φτιάξει και πίτες. Στείλανε και δυο πίτες για το μαντρί.

Ο ήρωας μας τότε είχε φτάσει στα δεκάξι κι όλο ψήλωνε. Βρισκόταν σε γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης και η όρεξη του ήταν ακόρεστη, συνέχεια έτρωγε.

Φόρτωσε ψωμιά και πίτες στο γάιδαρο, ανέβηκε και ο ίδιος και ξεκίνησε για το μαντρί. Είπε να δοκιμάσει τις πίτες, άπλωσε το χέρι και έβαλε τη πρώτη μπουκιά στο στόμα. Η πίτα ήταν πεντανόστιμη. Μια χαψιά ακόμα… κι άλλη μια… κι άλλη μια και θα’ναι η τελευταία… και έτσι οι πίτες σώθηκαν!

Τι θα’λεγε στα αδέλφια του που περίμεναν να φάνε πίτα; Όταν έφτασε στο μαντρί άρχισαν οι ερωτήσεις.
– Που είναι οι πίτες;
– Δε μου έδωσαν οι γυναίκες πίτες λέει και του’ρχεται η πρώτη σβουριχτή με τη γκλίτσα.
– Αμαν αδέρφια μη βαράτε! Εκεί στη γέφυρα του Άη Νικόλα στο Τσουρίλοβο με σταμάτησαν τρεις Τούρκοι και μου’φαγαν τις πίτες.
– Ψέματα λες παλιόσκυλο. Και τον πλάκωσαν με τις γκλίτσες… να κι αυτή παλιοψέυτη… πάρε κι εκείνη ακαμάτη…
– Έλεος αδέλφια μου σταματήστε, μη με χτυπάτε μόνο δυο μπουκιές έφαγα… κι όπως γλιστρούσαν στο στομάχι η ίδια γλυκιά μουσική ακουγόταν.

Ο αχόρταγος και άσχημος βοσκόςΟ φίλος όσο μεγάλωνε γινόταν και πιο άσχημος. Όταν ήρθε σε ηλικία παντρειάς καμιά κοπέλα του χωριού δεν τον ήθελε Όλα τα προξενιά που έστελναν οι γονείς του επέστρεφαν άκαρπα. Οι γονείς αναρωτιόντουσαν πως θα βρίσκανε γυναίκα για τον άσχημο γιόκα τους…

Σκεφτήκανε να ζητήσουν γυναίκα από άλλο χωριό. Συνήθως το παντρολόγημα ήταν δουλειά του προξενητή και των γονιών κι έτσι δεν έβλεπαν οι γονείς της νύφης το γαμπρό και του γαμπρού τη νύφη. Έλα όμως που η μητέρα της νύφης ζήτησε να δει το γαμπρό, έστω κι από απόσταση; Τι θα έκαναν;

Ο ασχημούλης μας είχε έναν αδελφό που ήταν από υποφερτός έως και ωραίος. Στη θέση του ασχημούλη στείλανε τον αδελφό του, κι αυτός έκανε μερικές βόλτες έξω από το σπίτι των υποψηφίων συμπεθέρων, τον είδαν, τον εγκρίνανε και μόνο όταν έγινε ο γάμος κατάλαβαν την απατη, όμως δεν μπορούσαν να ματαιώσουν το γάμο. Έτσι εξασφαλίσανε γυναίκα για τον ήρωα μας.

Σαν νιόπαντρος κατέβαινε πιο συχνά στο χωριό, όμως η μοναδική του απασχόληση ήταν τα πρόβατα και τα άλλα ζωντανά.

Κάποια φορά που έφτιαξαν βούτυρο στο μπατζαριό, υπήρχε μπόλικο ξινόγαλο και ο ήρωας μας ήπιε τόσο πολύ που κυριολεκτικά έσκασε! Σίγουρα ήταν χορτάτος, κρίμα όμως που δεν το κατάλαβε και συνέχισε να πίνει…


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 229 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο3%
Φτωχό2%
Απαίσιο6%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up