Ο γέρο-Ντίλες πέθανε… (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«…του κάθε ανθρώπου ο θάνατος εμένα με λιγοστεύει γιατί εγώ είμαι δεμενος με την ανθρωπότητα. Γι’αυτό ποτέ μη στείλεις να σου πουν για ποιόν χτυπά η καμπάνα, για σένα χτυπά…» -ΤΖΟΝ ΝΤΟΝ

Χτύπησε πένθιμα η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού και αναρωτήθηκαν οι χωριανοί ποιός να είναι ο «τυχερός»… Ήταν κάποιος νέος έτοιμος ν’αρπάξει τη ζωή, να δημιουργήσει ή κάποιος γέροντας πολύχρονος και ανήμπορος; Ήταν άραγε κοπέλα έτοιμη χαρα να δώσει με παιδιά ή κάποια γιαγιά χτυπημένη από αρρώστιες που ο θάνατος τη λύτρωσε; Το νέο διαδόθηκε γρήγορα… Ο γέρο-Ντίλες πέθανε.

Η είδηση έφτασε μέχρι και το τελευταίο σπίτι του χωριού. Είχε ξεπεράσει τα ογδόντα και είχε ζήσει τη ζωή του. «Μακάρι να φτάσουμε κι εμείς στα χρονια του…», είπαν κάποιοι. Το παράξενο με τον γέροΝτίλε όμως ήταν ότι πέθαινε για δεύτερη φορά. Σαν τον Λάζαρο, τον φίλο του Χριστού. Ο γέρο-Ντίλες ήταν παπά-εγγόνι και ο παππούς το ο παπά-Βασίλης του είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ήταν το χαϊδεμένο του εγγόνι, τον είχε πάντα δίπλα του και του μετέδωσε την αγάπη και την καλοσύνη για το συνάνθρωπο και την κοινωνία. Του γέρο-Ντίλε του άρεσε το κάπνισμα και δε το στερήθηκε όσο ζούσε.

Το τελευταίο του τσιγάρο μάλιστα το έκανε λίγο πριν πεθάνει. Όλοι ξέρανε την αδυναμία του κι όταν τον αντάμωνων του έλεγαν για να τον πειράξουν: «Θα το φουντώσουμε γέρο-Ντίλε;». Εκείνος, αν είχε τσιγάρο ή καπνό για στρίψιμο πρόσφερε αμέσως και αν δεν είχε έλεγε: «Υπάρχει; Υπάρχει;». Κάποια μέρα, πριν τα πενήντα του χρόνια, κάποιο πρωί τον σκούντηξε η γυναίκα του η μπάμποΠέτρα από την ψάθα του που ήταν στρωμένη στο χωματένιο πάτωμα του φτωχικού του αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε… Τον ξανασκούντηξε, του μίλησε μα εκείνος ακίνητος. Η γυναίκα του νόμισε ότι είχε πεθάνει και βγήκε κλαίγοντας στην αυλή για να αναγγείλει το θάνατο του συντρόφου της.

Ήρθαν τα παιδιά του, ήρθαν οι γείτονες και άρχισαν τα απαραίτητα για την προετοιμασία του νεκρού. Θα περνούσαν όλοι οι συγχωριανοί του να τον αποχαιρετήσουν και χρειάζονταν προετοιμασίες… Ξαφνικά εκεί που μοιρολογούσαν (και ιδιαίτερα η κόρη του), ο γέροΝτίλες σηκώθηκε και βλέποντας τον κόσμο γύρω και την κόρη του να κλαίει, ζήτησε τσιγάρο και ξεκίνησε να τους πει μια ιστορία.

Έτσι το σπίτι «πέρασε» από το μοιρολόι στη μεγάλη χαρά! Του στρίψανε λοιπόν τσιγάρο, αυτός κάθισε σ’ένα σκαμνάκι, τράβηξε δυο βαριές ρουφηξιές και άρχισε να διηγείται. – Τα χαράματα, χωρίς ν’ανοίξει η πόρτα, μπήκε μάλλον κάποιος, αφού ένα σκληρό και βαρύ χέρι με σκούντηξε και με μια επιβλητική φωνή είπε: «Ξύπνα, ήρθε η ώρα σου για το τελευταίο σου ταξίδι.» «Ποιός είσαι; Τι θέλεις από μένα, δε σε ξέρω!», του είπα και αυτός απάντησε: «Είμαι ο Άγγελος που συνοδεύει τις ψυχές. Χάρο με λέτε εσείς και μ’έστειλε ο Θεός να σε πάω κοντά του…» Σηκώθηκα λοιπόν εγώ κι ακολούθησα τον Χάρο.

Ήταν πανύψηλος κι έσκυψε για να βγεί από τη πόρτα της κάμαρας μου. Δεν κρατούσε ούτε δρεπάνι, ούτε καμιά χαντζάρα. Ένα χαρτί όμως κρατούσε στα χέρια του όπου ήταν γραμμένα κάποια ονόματα. Στο δρόμο που βγήκαμε με κοίταξε περίεργα και μονολόγησε: «Γέροντα μ’έστειλαν να πάρω κι αυτός γέροντας δεν είναι… Είσαι ο Βάνες της Τεμιάνας;» και του απάντησα: «Όχι, εγώ είμαι ο Ντίλες.

Ο Βάνες είναι εκεί…» κι έδειξα με το χέρι μου την πόρτα του σπιτιού που ήταν δίπλα από το δικό μου. «Τότε έκανα λάθος. Φύγε και πήγαινε σπίτι σου…» είπε αυτός. Αυτή την ιστορία είχα να σας πω… Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ακούστηκαν μοιρολόγια από το σπίτι της Τεμιάνας, γιατί είχε πεθάνει ο γέρο-Βάνες. Χαρές στο σπίτι του Ντίλε, θρήνοι και οδυρμοί στο σπίτι του γέρο-Βάνε!

Από εκείνη την ημέρα, όλοι στο χωριό ήξεραν την ιστορία του γέρο-Ντίλε και κάποιοι, συνήθως οι νεότεροι και οι άπιστοι, όταν τον συναντούσαν, του ζητούσαν να διηγηθεί το πάθημα του. Αυτός ζητούσε λίγο καπνό να στρίψει κανένα τσιγαράκι κι εξιστορούσε την περιπέτεια του με τον Χάρο… – Μόνο εγώ και ο Λάζαρος αναστηθήκαμε… Ευτυχώς εμένα δεν πρόλαβαν να με θάψουν. Όταν αναστήθηκα είχαν αρχίσει να μαστορεύουν το κιβούρι μου. Αφήστε το τους είπα, γιατί σήμερα δεν θα χρειαστεί.

Και να τώρα μετά από τριάνταπέντε χρόνια ξαναπέθανε ο γέροΝτίλες. Και αυτή τη φορά όμως πάλι εντυπωσιακός ήταν ο θάνατος του. Βρίσκονταν στην αυλή του σπιτιού του μια συντροφιά ηλικιωμένων και κουβέντιαζαν ήρεμα και ωραία. Ξαφνικά ο γέρο-Ντίλες έσβησε το τσιγάρι και σηκώθηκε.

– Που πας γέροντα; Τον ρώτησε η γυναίκα του. – Πάω να ξαπλώσω…, είπε αυτός. – Τόσο νωρίς; Εσύ κοιμάσαι πάντα αργά… ρώτησε εκείνη. – Πάω να ξαπλώσω γιατί ήρθε η ώρα μου για τον δεύτερο θάνατο μου, είπε αυτός και έπειτα τους καληνύχτισε και αποσύρθηκε. Όλοι γέλασαν, γιατί νόμιζαν ότι έκανε πλάκα. Έπειτα συζήτησαν στη συντροφιά το περιστατικό με τον πρώτο θάνατο του γέροΝτίλε. Όταν η γυναίκα του πήγε να ξαπλώσει τον βρήκε νεκρό.


ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ:

Θεόδωρος Καρυπίδης

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΠΕΡ.ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΡΥΠΙΔΗ:

Γιάννης Λιάσης - ΑΝΑΤΡΟΠΗ-ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 94 αξιολογήσεις)
Τέλειο87%
Πολύ καλό3%
Μέτριο0%
Φτωχό2%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up