Ο γέρο-Πέτρος ο πολυτεχνίτης (Π. Βότσης)

Κοινοποιώντας δείχνεις το ενδιαφέρον σου...

«Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει. Πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους…» –ΔΗΜΩΔΕΣ

Γνωστός Μακεδονομάχος ο γέρο-Πέτρος που όταν ήταν νέος προσχώρησε στην ΟΜΑΔΑ ΚΑΡΑΒΙΤΗ και παρέμεινε «Έλληνος» όπως δήλωνε με τα ελληνικά που ήξερε, ενώ για κάποιον συγχωριανό του έλεγε: «Το πατέρα μου το Γκιόργκι Βούλγαρος», εννοώντας: «Ο πατέρας του Γιώργη ήταν Βούλγαρος», έτσι ονόμαζαν τότε τους Εξαρχικούς δηλαδή αυτούς που εκκλησιάζονταν σε εκκλησίες της βουλγαρικής Εξαρχίας. Μερικοί από τους συνομήλικους του για να τον πειράξουν τον αποκαλούσαν «μακαρονοφάγο».

Ο γέρο-Πέτρος όμως ήταν ένα άτομο χωρίς κακίες, απλός, λίγο νευρικός, φοβισμένος και οι συναγωνιστές του στον Μακεδονικό Αγώνα δεν ορκίζονταν για την τόλμη του και την παλικαριά του.

Όταν «τραβούσε» καμιά ρακή, που του άρεσε, μάλωνε και εκστόμιζε βαριές κουβέντες και δεν ήταν σπάνιο να γυρίσει στο σπίτι του με ματωμένο κεφάλι. Ήταν παπά εγγόνι και ως ένα σημείο η ζωηράδα του και οι παραξενιές του δικαιολογούνταν, κατά τη παράδοση.

Για τους λεονταρισμούς του και την παλικαριά του οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συγχωριανοί μας διηγούνταν το εξής ευτράπελο: «Ο γέρο-Πέτρος ανήκε στην τσέτα του Ήλο, γνωστού αυτονομιστή Μακεδονομάχου από την Παπαδιά. Σε μια περιπολία που έκανε η τσέτα, ο γέρο-Πέτρος ξέφυγε από την ομάδα του και επειδή πήρε να βραδιάσει, άρχισε να τον κυριεύει ο φόβος μην και τον συλλάβουν τα ελληνικά κομιτάτα.

Στη βιασύνη του να φτάσει την ομάδα σκάλωσε το τουφέκι του σε ένα ξερόκλαδο κι αυτός από τον φόβο του νόμισε ότι κάποιος του άρπαξε το τουφέκι. Το’βαλε στα πόδια κλάνοντας από τον φόβο του: «Ούφ ντρρτ ιάς σουμ Γκόρρκ» (ουφ ντρρτ [πορδή], εγώ είμαι Έλληνας. Την άλλη μέρα το πρωί πήγε όλη η τσέτα να ψάξει το τουφέκι και το βρήκε σκαλωμένο στο δέντρο. 

Κανένας βέβαια δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έγιναν τα πράγματα έτσι όπως τα παρουσίασαν οι συμπολεμιστές του, όμως η όλη ιστοριούλα έχει φτιαχτεί για να περιγράψει την «παλικαριά» του σύμφωνα με τον χαρακτήρα του κυρ-Πέτρου και τη συμπεριφορά του.

Ο γέρο-Πέτρος ήταν ένας πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης. Ζούσε σχεδόν μόνος του και δεν υπήρχε με την οποία να μη καταπιαστεί. Πιο επιδέξιος όμως ήταν στη ξυλουργική. Αυτός ήταν ο μόνος κατασκευαστής των κιβουριών για το θάψιμο των νεκρών στο χωριό, αυτός ήταν ο σαμαρτζής και ο μαραγκός γενικότερα.

Ήταν μόνιμα με ένα τσιγάρο ή το τσιμπούκι στα χείλη και με ένα σκεπάρνι σκάλιζε κάποιο ξύλο. Για τα μικρά παιδιά ήταν ο μονος που κατασκεύαζε ξύλινα τουφέκια για να παίζουν και σπάνια έπαιρνε για αμοιβή μερικά αυγά.

Οι παππούδες του είχαν νερόμυλο και μπατάνι κι έτσι ήξερε καλά τόσο πως να λειτουργεί όσο και πως να επισκευάζει τον νερόμυλο και το μπατάνι. Οι άλλοι μυλωνάδες συχνά τον καλούσαν να τους επισκευάσει τον νερόμυλο τους ή το μπατάνι τους. Στη διάρκεια του Εμφυλίου δεν κατέφυγε στο διπλανό κράτος, όχι από ιδεολογία ή κάτι άλλο αλλά επειδή ήταν πολύ γέρος και ανήμπορος κι έτσι ήταν από τους λίγους γέροντες που παρέμειναν στο χωριό και μπόρεσαν να βρουν καταφύγιο στα διπλανά χωριά όπου υπήρχε στρατός.

Μετά τον Εμφύλιο, όταν πια οι κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό μας, ο γέρο-Πέτρος ζούσε με μια εγγονή του που είχε απομείνει ζωντοχήρα αφού ο άντρας της ήταν αντάρτης του Δημοκρατικού Στρατού και βρισκόταν σε κάποια χώρα του Ανατολικού Μπλοκ. Και η εγγονή του όμως τον εγκατέλειψε, γιατί τα έφτιαξε μ’έναν που η γυναίκα του έλειπε ως πολιτική πρόσφυγας στη διπλανή μας Γιουγκοσλαβία τότε και ο παππούς δεν συμφωνούσε με αυτό.

Ο γέρο-Πέτρος είχε χάσει από νωρίς τη γυναίκα του κι έτσι του έλειπε η γυναικεία συντροφιά. Όταν έβλεπε παρέες από γυναίκες δεν πλησίαζε πρώτα αυτές αλλά κάποιο μικρό παιδί και έτσι έμπαινε στη παρέα. Συνήθως παντρολογούσε τα παιδάκια και φερόταν σε όλους με καλοσύνη και αγάπη.

Έτσι μου συμπεριφερόταν κι εμένα όταν μ’έβρισκε σε παρέα γυναικών με τη μητέρα μου. Εγώ είχα μείνει με την εντύπωση ότι τέτοια καλή ήταν πάντα η συμπεριφορά του. Όταν όμως μια μέρα τον πέτυχα στο δρόμο μόνος και τον πλησίασα μ’έδιωξε βρίζοντας κι εγώ 6-7 χρονών τον πήρα με τις πέτρες και δεν ήξερε που να κρυφτεί!

Κάποια χρόνια μετά επέστρεψαν οι δυό γιοί του με τις οικογένειες τους κι έτσι ο γέρο-Πέτρος ξαναβρέθηκε με τη φαμίλια του και δεν ήταν πια μόνος. Έχασε όμως την εγγονή του που πέθανε στον τοκετό του παιδιού που έκανε με τον «παράνομο» κι ανεπιθύμητο για τον παππού δεσμό της.

Το τσιγάρο ή το τσιμπούκι δεν το αποχωριζόταν με τίποτα. Είχε μάλιστα την κακή συνήθεια να κάνει μικρά φτυσιματάκια αποβάλλοντας ελάχιστες σταγόνες σάλιου που κολλούσαν πάνω του κι έτσι το πανωφόρι του ήταν μονίμως σαλιωμένο. Μας άφησε σε αρκετά μεγάλη ηλικία και δεν έμαθε ποτέ ποιός έφτιαξε το δικό του το κιβούρι…

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης
ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, 2014


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 402 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up