Ο γέρο-Παντελής, ο παλαιότερος μπακάλης του χωριού μας (Π.Βότσης)

«Τώρα είναι Μάης κι άνοιξη, τώρα είναι καλοκαίρι, τώρα φουντώνουν τα κλαδιά κι ανθίζουν τα λουλούδια, τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάγει…» -ΔΗΜΩΔΕΣ

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ακούγαμε τη φράση «ήρθαν κι άλλοι» και καταλαβαίναμε πως κάποιοι συγχωριανοί μας πρόσφυγες στην τότε Γιουγκοσλαβία, επιστρέφανε στο χωριό. Έτσι επέστρεψε μια φορά κι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ο παλιός μπακάλης του χωριού ο γέρο-Παντελής και η γυναίκα του…

Το σπίτι τους ήταν από τα πιο ωραία του χωριού μας σοβατισμένο με σχέδια ανάγλυφα και χρώματα και δεν είχε πυρπολυθεί κατά τη διάρκεια του εξοντωτικού Εμφυλίου πολέμου. Ίσως το έσωσε η κόρη τους που δεν είχε φύγει πρόσφυγοπούλα αλλά είχε παραμείνει σε διπλανό χωριό.

Η κόρη τους για κάποιους λόγους είχε παραμείνει στην Ελλάδα και κατέφυγε σε διπλανό χωριό που είχε την προστασία του Εθνικού Στρατού. Έτσι το πιο πιθανό είναι αυτή να προστάτευε το πατρικό της σπίτι.

Τα σπίτια του χωριού μας τα πυρπολούσε ο Εθνικός Στρατός γιατί το χωριό μας θεωρούνταν ανταρτοκρατούμενο. Το ισόγειο του σπιτιού του γέρο-Παντελή από πολύ παλιά ήταν μπακάλικο.

Όταν επέστρεψε ο γέρο-Παντελής μετά από πέντε-έξι χρόνια πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία στράφηκε προς το μπακάλικο το οποίο ξανάνοιξε αφού ήταν έτοιμο μαγαζί, άθικτο και τη δουλειά ο γέρο-Παντελής την ήξερε καλά. Έτσι αποκτήσαμε στο χωριό μου δυό μπακάλικα.

Στο μπακάλικο του γέρο-Παντελή συχνάζανε άτομα κάπως μεγαλύτερης ηλικίας και στο άλλο το μπακάλικο του μπάρμπα-Τάσου οι νεότεροι και οι στρατιώτες των φυλακίων. Στην επάρατη επταετία της στρατιωτικής χούντας είχε αναλάβει τη λειτουργία του μαγαζιού η κόρη του μπάρμπα-Τάσου γιατί εκείνος κάτι είχε πει σε κάτι αξιωματικούς και κατηγορήθηκε ως «αντιστασιακός».

Κάπως έτσι σταμάτησαν να πηγαίνουν στο μπακάλικο και οι στρατιώτες, ίσως μετά από στρατιωτική οδηγία…

Ο γέρο-Παντελής είχε τις ιδιοτροπίες του όπως λέγανε. Έτσι αν κάποιος ερχόταν το πρωί να πάρειτο λεωφορείο και παρέγγελνε έναν καφέ να πιει από τον κυρ-Παντελή αλλά δεν προλάβαινε να πιεί τον καφέ γιατί έφευγε το λεωφορείο, ο μπακάλης σκέπαζε τον καφέ και όταν ο πελάτης επέστρεφε ζητούσε να πληρωθεί τον καφέ.

Οι θαμώνες ήξεραν που έβαζε τα διάφορα εμπορεύματα του. Ήξεραν ας πούμε ότι τις ρετσίνες και τις μπύρες τις αποθήκευε στο υπόγειο για να είναι δροσερές. Δεν είχαν τότε ψυγεία τα μπακάλικα των χωριών και όταν του ζητούσαν ας πούμε ρετσίνα ο μπακάλης κατέβαινε από μια καταπακτή και πάσχιζε να είναι δροσερά τα ποτά για να ευχαριστήσει τους πελάτες.

Κάποιοι ασυνείδητοι θαμώνες ζητούσαν μπύρα ή ρετσίνα από το υπόγειο μάλιστα για να είναι δροσερή και ο γέρο-Παντελής για να τους ευχαριστήσει κατέβαινε και αργούσε λίγο και εκείνοι αρπάζανε λεφτά από το ταμείο.

Οι ίδιοι αυτοί «εκλεκτοί πελάτες» είχαν φτιάξει ένα ραβδί που το κουβαλούσαν μαζί τους δήθεν για να προφυλάγονται από τα σκυλιά. Στην κάτω άκρη του ραβδιού είχαν καρφώσει μια ακέφαλη πρόκα που την είχαν οξύνει με λιμάρισμα και με αυτό κάρφωναν κυρίως πακέτα τσιγάρων και τα αφαιρούσαν.

Ο γέρο-Παντελής έκανε τους λογαριασμούς του και έβλεπε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με το ταμείο και τα αναμενόμενα έσοδα. Είχε καταλάβει πως κάπως κάποιοιτον έκλεβαν όμως δεν ήξερε ούτε να φανταστεί, ούτε να εντοπίσει τους κλέφτες.

Οι άρπαγες πάντα πρόσεχαν ποιά ώρα πήγαιναν δηλαδή επιδίωκαν να είναι μόνοι στο μαγαζί ή οι πελάτες που υπήρχαν στο μαγαζί να μην ήταν «μαρτυριάρηδες».

Ο γέρο-Παντελής όπως όλοι οι μπακάληδες τότε καταλαβαίνοντας την ανέχεια και την οικονομική δυσκολία των συγχωριανών και τους έδινε προϊόντα με πίστωση, βερεσέ όπως λέγανε και οι πληρωμές γίνονταν «στ’αλώνια», δηλαδή όταν είχαν τη σοδειά τους γινόταν και η πληρωμή.

Κάποιοι που ίσως χρωστούσαν πολλά ή άλλοι με διάφορα κίνητρα, μπήκαν στο μαγαζί να κλέψουν κι επειδή δεν βρήκαν χρήματα του κλέψανε τα τεφτέρια με τα βερεσέδια. Τραβούσε ο γέρο-Παντελής τα λιγοστά μαλλιά του γιατί αυτοί που χρωστούσανε ομολογούσαν λιγότερα από όσα είχαν πάρει βερεσέ.

Η κόρη του είχε παντρευτεί έναν αρχιφύλακα κι αυτός συνταξιοδοτήθηκε κι ανέλαβε το μπακάλικο. Εκεί μεγάλωσαν οι δυό εγγονές του γέρο-Παντελή. Φαίνεται όμως πως το ζευγάρι κατανόησε πως δεν υπήρχαν μελλοντικές προοπτικές για το μπακάλικο κι έφυγαν με τα δυό παιδιά τους στην Αθήνα εσωτερικοί μετανάστες.

Τους βλέπαμε πια μόνο τα καλοκαίρια. Μετά έχτισαν μια θερινή κατοικία στο χωριό αφού είχαν πουλήσει το μπακάλικο και έρχονταν κάθε καλοκαίρι, μόνο που η κόρη και ο γαμπρός ήταν υπερήλικες και ανήμποροι.

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up