Ο θείος μου ο Γιώργης (Π.Βότσης)

Ακόμη κι αν ήξερα ότι αύριο θα ήταν το τέλος του κόσμου, σήμερα θα φύτευα ένα δέντρο. – Μ.L.King (1926-1968), δολοφονήθηκε.

Άνοιξη του 1950 ή 1951 στον Πάνω Μαχαλά της Αχλάδας, όπου κατοικούσαμε προσωρινά, γιατί ακόμα φοβόμαστε να πάμε στο χωριό μας, είχε στηθεί χορός από τους νέους και ήταν η πρώτη φορά που είδα και άκουσα τοπική ορχήστρα με χάλκινα.

Εγώ με άλλα παιδιά παίζαμε κυνηγητό γύρω από τον χορό, αγαπημένο μας παιχνίδι, ίσως και εμείς τα παιδιά, χορεύαμε με τον τρόπο μας. Οι περισσότεροι από τους μεγάλους στέκονταν όρθιοι γύρω από τον χορό και χαίρονταν τον χορό των νέων.

Εμένα μου απέσπασε την προσοχή ένας άντρας που ήμουν σίγουρος ότι κάπου τον ήξερα και πως το πιθανότερο να ήταν συγχωριανός μου. Σταμάτησα το παιχνίδι και πήγα στη μάνα μου και τη ρώτησα ποιος ήταν ο άνθρωπος αυτός.

Μου απάντησε πως ήταν κάποιος από τον Κάτω Μαχαλά. Μετά από πολλά χρόνια μπόρεσα να ερμηνεύσω, γιατί με έκανε ο άνθρωπος αυτός να τον προσέξω. Μου θύμιζε σε ορισμένα χαρακτηριστικά τον θείο μου τον Γιώργη, αδελφό της μάνας μου, που όταν τον έβλεπα στο χωριό ήμουν από νεογέννητο μέχρι τα τρία μου, γιατί μετά καταδικάστηκε και φυλακίστηκε ως πολιτικός πρόσφυγας.

Τον θείο Γιώργη τον είδα δυο τρεις φορές στις φυλακές της Έδεσσας και αυτό έγινε, αφού εγκατασταθήκαμε και πάλι στο χωριό μας, δηλαδή μετά το 1952.

Το 1955 ο θείος μου αποφυλακίστηκε. Δεν ξέρω από πού το έμαθα και πήγα έξω από το χωριό να τον υποδεχτώ και είχε μάλιστα απολυθεί μαζί με έναν άλλον θείο μου, πρώτο ξάδελφο του πατέρα μου.

Ο θείος μου εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας και μοιράστηκα μαζί του το πάνω δωμάτιο. Μου έλεγε διάφορα για τη ζωή του στις φυλακές και τα καλά του κουμμουνισμού. Η οικογένειά του είχε σκορπίσει. Η γυναίκα του με τα δυο μικρότερα παιδιά του βρίσκονταν στη Γιουγκοσλαβία, όπως και η μεγάλη του κόρη, χήρα με δύο μικρά παιδιά, αφού ο άντρας της τουφεκίστηκε από τον εθνικό στρατό, ενώ ήταν αιχμάλωτος, ο άλλος γιος του βρισκόταν στην Τασκένδη ως αντάρτης του Δημοκρατικού Στρατού και ο μεγαλύτερος γιος του είχε σκοτωθεί στον Εμφύλιο αφήνοντας χήρα με ένα παιδί, που και αυτή ήταν στη Γιουγκοσλαβία.

Τα σπίτια του θείου μου που ήταν δυο νέα σπίτια από τα λίγα σοβατισμένα απ’ έξω του χωριού και όλα τα βοηθητικά χτίσματα τα είχε κάψει ο Εθνικός Στρατός.

Τα σπίτια του θείου μου βρίσκονταν στην ανατολική άκρη, μέσα σε ένα κτήμα 25 και πλέον στρεμμάτων και το μεγαλύτερο μέρος ανάμεσα στο ποτάμι και έναν μυλαύλακα.

Ο θείος μου από την άλλη κιόλας μέρα που ήρθε στο χωριό έπιασε δουλειά στο κτήμα. Το καθάρισε από τα βάτα και άλλα δενδρύλλια. Το περιέφραξε καλά, κλάδεψε τα οπωροφόρα δέντρα, κατέβασε τις κληματαριές, που είχαν σκαρφαλώσει στα δέντρα και τις άπλωσε σε κρεβατίνες.

Μετά από έναν χρόνο το έχε μεταμορφώσει όχι μόνο σε κτήμα μεγαλύτερης παραγωγής, αλλά και σε τόπο αναψυχής. όσοι μπαίνανε μέσα δεν ήθελαν κυριολεκτικά να φύγουν και το χαρακτήριζαν ένα μικρό παράδεισο.

Στο κτήμα υπήρχε ένας λαχανόκηπος, μποστάνι και όλα τα οπωροφόρα δέντρα, που ευδοκιμούν στον τόπο μας. Ο θείος μου, όταν φυλακίστηκε ήταν καλός και πιστός χριστιανός και βγήκε ένας καλός άθεος και ένθερμος κουμουνιστής.

Προσπάθησε να φέρει τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του από τη Γιουγκοσλαβία στο χωριό. Ζήτησε διαβατήριο να επισκεφτεί την οικογένειά του και δεν του το επέτρεψαν. Του πρότειναν να του δώσουν διαβατήριο να φύγει, αλλά να μην ξαναγυρίσει.

Η ποινή ήταν οχτώ χρόνια φυλάκιση και δέσμευση περιουσίας. Τελικά δέχτηκε να φύγει χωρίς επιστροφή και αυτό έγινε μετά από τρία τέσσερα χρόνια.

Ο Θείος μου ήταν ένας καλοσυνάτος, εργατικός άνθρωπος και καλός νοικοκύρης. Το κτήμα του, από τότε που ήρθε, κάθε χρόνο γινόταν όλο και καλύτερο. Πουλούσε κανένα κηπευτικό στους Σαρακατσάνους και έφερνε τυριά, μαλλιά, και εξοικονομούσε κάτι ψιλά και καθώς δεν έπινε, δεν κάπνιζε όχι μόνο δεν μας επιβάρυνε, αλλά μας βοηθούσε και φρόντιζε να ντυθεί καλά, πέταξε τα πολυφορεμένα κουρέλια και έραψε καινούργια.

Μου έχουνε μείνει στη μνήμη τα λόγια του σχετικά με τη δουλειά: «Οι μέρες είναι αμέτρητες σαν το σουσάμι και όσο μεγάλο κι αν είναι ένα έργο, αν κάθε μέρα κάνεις κάτι το έργο, δεν θα αργήσει να τελειώσει».

Ο Θείος μου, πριν τον βάλλουν φυλακή ως πολιτικό κρατούμενο, ήταν ο «οδοντογιατρός» του χωριού. Είχε μάλιστα αγοράσει και μια οδοντογιατρική πένσα και έβγαζε τα δόντια των συγχωριανών μας, μέχρι που κάποια συγχωριανή μας έμεινε για πολλή ώρα με το στόμα ανοιχτό και φοβήθηκε πως έπαθε κάτι ενώ αυτή απλώς είχε τρομάξει.

Αυτή ήταν η αιτία που ο θείος μου σταμάτησε την οδοντογιατρική. Μια χαριτωμένη και κατάλληλα «περιποιημένη» και «παραποιημένη» ιστορία ήταν με τη διγλωσσία του.

Ο θείος μου έκανε αρκετά χρόνια στον Μικρασιατικό Πόλεμο και έμαθε ελληνικά, ελληνικά βέβαια της κακιάς ώρας. Πάρτε ένα δείγμα της ελληνικής γλώσσας που ήξερε από ένα γράμμα προς έναν συγχωριανό μας και κρατούμενο σε άλλες φυλακές. «Μάτε Μήτσο μπάμπατη (η γιαγιά σου) πέτανε».

Επαναλάμβανε όμως συχνά τον επεξηγηματικό σύνδεσμο «δηλαδή» που και αυτόν δεν τον έλεγε σωστά αφού τον πρόφερε «δηλαδής». Οι συγχωριανοί μας λέγανε πως όταν επέστρεψε από τον Μικρασιατικό Πόλεμο δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τους συγχωριανούς του και τους σπιτικούς του, γιατί είχε ξεχάσει τη γλώσσα μας και πως ό,τι ήθελε το ζητούσε με νοήματα και κραυγές.

Αν ήθελε αυγό, κακάριζε σαν κότα, αν ήθελε γάλα, μούγκριζε σαν αγελάδα κι αν ήθελε να πει κάτι για το γουρούνι, γρύλιζε κι άλλα τέτοια κι όλα αυτά για ένα «δηλαδής» που επαναλάμβανε.

Ο θείος πέθανε το 1975 στα Σκόπια και είναι εκεί θαμμένος. Δεν είχα διαβατήριο να πάω στην κηδεία και πήγα στα «σαράντα» του. Δεν μπόρεσα να κρύψω τη συγκίνησή μου στον τάφο του.

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, Απρίλης 2015

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up