Ο μικρούλης άντρας και η πεταχτούλα γυναίκα του (Π.Βότσης)

Ήρθαν ντυμένοι «φίλοι» αμέτρητες φορές οι εχθροί μου… – ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ Εμφύλιος αφάνισε πολλά από τα χωριά μας και ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονταν στα σύνορα. Η ιστοριούλα μας αναφέρεται σ’ένα χωριό δίπλα στα σύνορα με ένα κομμουνιστικό τότε κράτος. Οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού είχαν καταλάβει το χωριό και το χρησιμοποιούσαν σαν ορμητήριο κι όταν κινδύνευαν, έμπαιναν στη γειτονική χώρα. Ελεύθερη Ελλάδα για τους μεν, ανταρτοκρατούμενη περιοχή για τους δε.

Οι πολλές επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού να καταλάβει το χωριό αυτο έκαναν τους κατοίκους όταν κινδύνευαν ν’ακολουθούν τους αντάρτες και μόνο εκείνοι που ήταν στα βουνά με τα κοπάδια τους ήταν εκτός κινδύνου. Σε μια τέτοια στρατιωτική επιχείρηση σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού βρέθηκαν στην γειτονική κομμουνιστική χώρα, μόνο που αυτή τη φορά οι γείτονες δεν τους άφηναν να επιστρέψουν, γιατί τα είχαν χαλάσει ο Τίτο με τον Στάλιν.

Ελάχιστοι ήταν αυτοί που είχαν απομείνει στο χωριό κι αυτοί παρέμειναν τυχαία, γιατί κατά τις ώρες τις στρατιωτικής επιχείρησης βρίσκονταν στα μαντριά τους ή σε απομακρυσμένα χωράφια.

Ο ντέντο-Κάλες με το δεκαπεντάχρονο εγγονό του τον Μήτκα, τη μέρα εκείνη βρίσκονταν με το κοπάδι τους στα βοσκοτόπια όπου ήταν και το μαντρί τους. Μάθανε τα μαντάτα κι αποφάσισαν να κατέβουν μαζί με το κοπάδι στο χωριό. Όταν φτάσανε το βρήκαν άδειο. Ο μικρός Μήτκας από τη μέρα εκείνη έβοσκε τα ζωντανά κοντά στο χωριό και ο παππούς του φύλαγε το σπίτι και φρόντιζε τις κότες ενώ κάπου-κάπου πήγαινε με τον γάιδαρο και έφερνε καυσόξυλα.

Με μια ακόμη σαρωτική στρατιωτική επιχείρηση ο Εθνικός Στρατός μάζεψε όσους είχαν απομείνει στο χωριό και τους μετακίνησε σ’άλλα χωριά μακριά από τα σύνορα, όπου υπήρχε στρατός. Ο ντέντο-Κάλες μαζί με τον εγγονό του και το κοπάδι τους ξεκίνησαν κι αυτοί για το παρακάτω χωριό και ώσπου να φτάσουν είχαν μείνει λιγότερα από τα μισά ζωντανά τους. Τους τα άρπαζαν όλοι και πιο πολύ οι Μάυδες και ο Στρατός.

Η επιβίωση του γέροντα με τον εγγονό, σε ξένο χωριό και χωρίς γυναίκα ήταν προβληματική. Ο γέροντας προώθησε τον εγγονό ως βοσκό σε κάποιον και έτσι ο νεαρός μαζί με τα δικά τους πρόβατα έβοσκε και ξένα. Η αμοιβή τους ήταν να τους φιλοξενούν σε σπίτι και να τους τρέφουν.

Πέρασαν έτσι δύο χρόνια και ο ντέντο-Κάλες αποφάσισε να παντρέψει τον δεκαεφτάχρονο πια εγγονό του. Βρήκε μια κοπέλα αρκετά μεγαλύτερη από τον νεαρό Μήτκα, την Τάνκα κι έγινε ο γάμος… «Μια γυναίκα στο σπίτι είναι απαραίτητη…», έλεγε ο ντέντο-Κάλες. Θα τους έπλενε, θα τους μαγείρευε, θα συγύριζε το σπίτι και θα δούλευε στα χωράφια.

Μετά τον γάμο, στο χωριό όλοι είχαν να λένε για την πεταχτούλα γυναίκα του μικρού Μήτκα. Οι άντρες την έβλεπαν κι έτρεχαν τα σάλια τους κι όλοι ονειρεύονταν μια περιπέτεια μαζί της… «Τι να περιμένει μια τέτοια γυναίκα από ένα άγουρο, αμούστακο και καχεκτικό αγόρι;», έλεγαν οι μερακλήδες του χωριού μεταξύ τους.

Δύο χρόνια μετά τον γάμο του μικρού Μήτκα, έτυχε ένας άλλος γάμος στη γειτονιά τους. Πάντρευαν οι γείτονες την κόρη τους. Την Παρασκευή στα χωριά μας γινόταν το καθιερωμένο δείπνο με φασολάδα και χορό χωρίς όργανα αλλά με τραγούδι από τους ίδιους τους χορευτές και τους παρευρισκόμενους. Το κρασί και το ρακί έρρεαν άφθονα.

Ο δάσκαλος του χωριού, γνωστός γυναικάς και καυχισιάρης για τις κατακτήσεις του (η οικογένεια του βρισκόταν σε άλλο χωριό), βρέθηκε κι αυτός στη φασολάδα της Παρασκευής. Είχε παντρευτεί γυναίκα από το χωριό και είχε συγγένεια με τον Μήτκα.

Μόλις ήρθε στο δείπνο ο δάσκαλος, βολεύτηκε δίπλα στον νεαρό Μήτκα που τον αποκαλούσε «ανιψιό» (ενώ ο Μήτκας τον έλεγε «θείο»). Ο δάσκαλος άρχισε να ποτίζει τον Μήτκα με ρακί ενώ ο ίδιος δεν έπινε. Συνέχεια παρότρυνε τον νεαρό «ανιψιό» για ένα ακόμη ποτηράκι και έδινε ευχές για αυτόν και τη γυναίκα του.

Δεν άργησε ο Μήτκας να έρθει στα κέφια του κι ο «θείος» με φανερή σε όλους υστεροβουλία, εξακολουθούσε να ποτίζει συνέχεια τον «ανιψιό» και να καρφώνει με το βλέμμα του τη γυναίκα του που δεν σταματούσε να χορεύει και να τραγουδάει.

Ο Μήτκας είχε φτάσει σε σημείο που δεν όριζε ούτε τα χέρια του, ούτε τα πόδια του, ούτε το κεφάλι του που δεν μπορούσε να το κρατήσει όρθιο. Ήταν τύφλα στο μεθύσι. Ο δάσκαλος τότε ανέλαβε να πάει τον νεαρό σπίτι του. Τον φορτώθηκε κυριολεκτικά και ξεκίνησαν για το σπίτι. Η Τάνκα με κάποια ανησυχία και συστολή έσπευσε να βοηθήσει το «θείο» να μεταφέρει τον άντρα της.

Κατά τη μεταφορά ο «θείος» έδειξε ενδιαφέρον για την Τάνκα και φανέρωσε τις προθέσεις του για τη γυναίκα, αφού άπλωνε τις χερούκλες του φανερώνοντας τις επιθυμίες του…

Κάποιος (μάλλον ηδονοβλεψίας) όμως τους ακολούθησε καθως πήγαιναν προς το σπίτι νυχτιάτικα και ο ίδιος μας διηγείται τι συνέβη…:

«Το σπίτι τους ήταν πολύ κοντά και γρήγορα φτάσανε. Ο «θείος» έριξε τον σχεδόν αναίσθητο ανιψιό σ’ένα κρεβάτι, βούτηξε την Τάνκα και την έσυρε στο διπλανό δωμάτιο γιατί σε μια γωνιά του δωματίου που είχε αφήσει τον Μήτκα, κοιμόταν ο γέροντας, ο οποίος ακούγοντας τη φασαρία κάτι μουρμούρισε αλλά βυθίστηκε πάλι στον ύπνο του. Νύχτα ήταν που να διακρίνει κάποιος κάτι στο σκοτάδι. Καθώς ο γέροντας είχε πολύ εξασθενημένη όραση, δεν είδε τίποτα… Ο «θείος» μετέφερε κυριολεκτικά την Τάνκα στο διπλανό δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαν σαν μαγειρείο και κελάρι…»

Ο ηδονοβλεψίας συνεχίζει να αφηγείται απλά είχε μετατραπεί σε ωτακουστή λόγω του σκότους. Τον διευκόλυνε σε αυτό το ανοιχτό παράθυρο που είχε αφαιρεθεί και είχαν αφήσει μόνο την κάσα οι επιδρομείς των γειτονικών χωριών.

«Άκουγα μόνο, δεν έβλεπα τίποτα. Αυτός στην αρχή της ζήτησε να του δοθεί κι εκείνη είπε ότι δεν έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο γιατί εκείνος ήταν συγγενής του άντρα της. Αυτός απάντησε ότι δεν ήταν αυτός συγγενής αλλά η γυναίκα του κι ότι αυτός ήταν Παλιοελλαδίτης.»

«Θα με εκθέσεις γιατί εσύ από ότι λέγεται εξιστορείς τα καμώματα σου ακόμα και στο καφενείο…», είπε η γυναίκα. «Για σένα δεν θα πω τίποτα», είπε ο «θείος». «Όλοι έτσι λέτε, αν πιείτε όμως ένα ποτήρι τότε κελαηδάτε λέγοντας τα κατορθώματα σας…», συνέχισε η Τάνκα. «Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, εγώ όμως ποτε δεν θα το κάνω, θέλεις να σου ορκιστώ;», είπε ο «θείος». «Θέλω…», απάντησε ο Τάνκα. «Σε τι θέλεις να σου ορκιστώ;», ρώτησε ο «θείος. «Ορκίσου στα παιδιά σου…», του απάντησε εκείνη. «Ορκίζομαι!», είπε με έμφαση ο θείος.

Μετά ακούστηκαν κάτι μουγκρητά κι αναστεναγμοί κι εγώ ελαφροπατώντας επέστρεψα στον γάμο…»


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up