Ο Μπάιτσε-Σπάσες (Π.Βότσης)

«-Γιατί με σκοτώνεις; -Μα, δεν κατοικείς στην απέναντι ακτή; Φίλε μου, αν κατοικούσες απ’ αυτήν την πλευρά, θά ‘ταν άδικο να σε σκοτώσω και θά ‘μουν δολοφόνος. Επειδή όμως κατοικείς στην απέναντι πλευρά, σε σκοτώνω και γίνομαι γενναίος, τίμιος κι ενάρετος κι αυτό είναι δίκαιο και σωστό!» BLAISE PASCAL (1623-1662)

Στη φάτσα και την εξώπορτα του δικού μας σπιτιού στο χωριό ήταν το πίσω μέρος του σπιτιού του μπάιτσε- Σπάσε. Θυμόμουν τη γυναίκα του, την Ιάνα, που ήταν ξενοχωρίτισσα κι αυτό φαινόταν αμέσως από την ιδιωματική λαλιά της και ήταν «κακιά» γιατί μας κυνηγούσε εμάς τα παιδιά, όταν μπαίναμε στην αυλή της.

Κι εμείς όμως της απαντούσαμε με πράξεις, όταν έλειπε από το σπίτι. Ήξερα τα παιδιά του και μάλιστα με τον Μπόρις ήμασταν συνομήλικοι και παίζαμε μαζί, γι’ αυτό δε με κυνηγούσε η μάνα του απ’ την αυλή τους.

Τον μπάιτσε- Σπάσε δεν τον θυμόμουν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 εμφανίστηκε στο χωριό μας και τότε έμαθα ποιός ήταν ο μπάιτσε-Σπάσες. Μόλις είχε αποφυλακιστεί κι όταν τον ρωτούσαν γιατί τον φυλάκισαν, απαντούσε: «ζα έντνα ούρα όσουμ γκοντίνι ου Γκιούρα» (για ένα ζήτω, οχτώ χρόνια στα Γιούρα).

Το «ζήτω» απευθυνόταν προς τους Βούλγαρους και τόσο αυτός όσο και η γυναίκα του δήλωναν πως ήταν Βούλγαροι. Ο κατοχικός στρατός στο χωριό μας ήταν βουλγαρικός κι έτσι ο μπάιτσε- Σπάσες ένιωθε απελευθερωμένος και κάθε φορά που συναντούσε Βούλγαρους στρατιώτες τους επικροτούσε φωνάζοντας «ούρα».

Κυκλοφορούσε μ’ ένα παλιοτούφεκο κι από ένα νότιο παράθυρο του πάνω ορόφου του σπιτιού του, πυροβολούσε σημαδεύοντας ένα βράχο που βρισκόταν σε δικό του αμπέλι, πάντα φωνάζοντας «ούρα Μπαλγάρια» (ζήτω η Βουλγαρία).

Όταν τον ρωτούσαν, γιατί το κάνει αυτό, έλεγε: «το τουφέκι δικό μου, το παράθυρο δικό μου και τ’αμπέλι δικό μου. Τι σας ενοχλώ εσάς;». «Τρομάζεις τον κόσμο, ιδιαίτερα τα παιδιά και μπορεί να σκοτώσεις κάποιον από εμάς. Το όπλο είναι έργο του Σατανά…» «Και βλέπω καλά πού ρίχνω και προσέχω πολύ, όταν πυροβολώ…» απαντούσε ο μπάιτσε-Σπάσες.

Όταν έφυγε ο βουλγαρικός στρατός κατοχής ο μπάιτσε- Σπάσες μαζί με πολλούς συγχωριανούς μας δικάστηκαν και καταδικάστηκαν όχι ως φιλοβουλγαρίζοντες, αλλά ως δοσίλογοι και οι περισσότεροι σε οχτώ χρόνια φυλάκιση και δέσμευση της περιουσίας τους.

Επιστρέφοντας απ’ τις φυλακές στο χωριό, δεν βρήκε κανέναν από τους δικούς του, αλλά ήταν από τους λίγους που παρέμεινε στο χωριό, δεν έφυγε να βρει τη φαμίλια του που βρισκόταν στη Γιουγκοσλαβία και το πάλευε να ζήσει στο χωριό μόνος του.

Μερικοί έλεγαν πως το έκανε αυτό, επειδή δεν τα πήγαινε καλά με τη γυναίκα του. Ζωντανά δεν είχε παρά μόνο ένα γαϊδουράκι, για να μετακινείται και κυρίως για τη μεταφορά καυσόξυλων από το βουνό, για να μαγειρεύει και να ζεσταίνεται.

Σε άλλους υποχρεωνόταν να του οργώσουν τα χωράφια του ή δανειζόταν απ’ αυτούς τα υποζύγια, για να οργώσει ο ίδιος. Δεν άντεξε όμως για πολλά χρόνια τη μοναχική ζωή και παντρεύτηκε μια χήρα από τη Μελίτη και πέρασε μαζί της τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.

Είχε δύο αδέλφια, ο ένας ήταν πολιτικός πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία και ο άλλος μετανάστης στην Αμερική. Ο «Αμερικάνος» του έστελνε κάπου- κάπου μερικά δολάρια και έτσι ο μπάιτσε-Σπάσες με μερικά μεροκάματα είτε ως εργάτης είτε ως βοσκός εξοικονομούσε κάποιο χαρτζηλίκι.

Κάθε βράδυ, κρατώντας μια μαγκούρα, κατηφόριζε για το καφενείο του χωριού κι έπινε στα όρθια δυο ρακάκια. Μερικοί τον ρωτούσαν γιατί δεν κάθεται κι απαντούσε: «αν καθίσω θα πιω περισσότερα κι εγώ θέλω να πιω μόνο δύο».

Όταν κάποια φορά είχε έρθει να δουλέψει σ’ εμάς, ο πατέρας μου τον ρώτησε: «Γιατί πηγαίνεις κάθε βράδυ στο καφενείο για ρακάκι και δεν αγοράζεις από τους μικροπωλητές, να το’ χεις στο σπίτι σου κι όταν θέλεις πίνεις τα ρακάκια σου αντί να κατηφορίζεις, χώρια που θα σού ‘ρχεται πολύ φθηνότερα.» «Αν ξέρω, ότι έχω ρακί στο σπίτι μου, το μυαλό μου θα ‘ναι συνέχεια σ΄αυτό και θα το πιω σε ένα βράδυ…» απάντησε ο μπάιτσε-Σπάσες.

Προτού παντρευτεί τη χήρα, αν επισκεπτόταν κάποιο σπίτι, ξεχνούσε να φύγει… αρμένικη επίσκεψη. Το ‘χε ανάγκη ο φουκαράς και μιλούσε συνέχεια για την έλλειψη συντροφιάς και ιδιαίτερα γυναίκας. «Σπίτι χωρίς γυναίκα κοπάδι χωρίς μαντρί», επαναλάμβανε.

Εμένα, όταν μ’ αντάμωνε μου έλεγε: «Για στάσου να σε δω, για να καταλάβω πόσο θά ‘χει μεγαλώσει ο Μπόρις μου». Ο Μπόρις ο γιός του μπορώ να πω ότι ήταν ένας από τους πρώτους παιδικούς μου φίλους και συχνά παίζαμε στην αυλή τους, γιατί η μάνα του δεν τον άφηνε να βγει έξω από την αυλή τους.

Ήταν ένα ξανθό αδύνατο παιδάκι με μαλλιά πάντα κοντά κομμένα (μας βασάνιζαν οι ψείρες στα χρόνια του Εμφυλίου). Είχε έναν αδελφό μεγαλύτερο, που δεν θυμάμαι το όνομά του και μια αδελφή μικρότερη απ’ τον αδελφό του, μεγαλύτερη από αυτόν που δεν μπορούσε να μιλήσει η φουκαριάρα.

Οι μόνες λέξεις που συνέχεια επαναλάμβανε ήταν: «τσάτσκατα», «πάτσκατα», «μάτσκατα», ακατανόητες κι αυτές, έλεγε η Τραϊάνκα. Ο μπάιτσε- Σπάσες πέθανε νωρίτερα από τη δεύτερη γυναίκα του, που έζησε λίγα χρόνια μόνη της στο χωριό και μετά αφού πούλησε σπίτι και χωράφια, βρήκε καταφύγιο σε κάποιο απ΄τα παιδιά της που είχε από τον πρώτο της γάμο.

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, ΓΕΝΑΡΗΣ 2015

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up