Ο μπάρμπα-Αντρέας ο Σαρακατσάνος (Π.Βότσης)

«Παν’τα κοπάδια στα βουνά να ξεκαλοκαιριάσουν, παν’ και κοντά οι τσομπάνηδες βαρώντας τη φλογέρα…» – ΔΗΜΩΔΕΣ

Πρέπει να ήταν άνοιξη του 1952 όταν στον κεντρικό δρόμο της Αχλάδας είδα ένα μπουλούκι από παιδιά, λίγο αλλιώτικα στο ντύσιμο και στη φάτσα από εμάς. Κατηφόριζαν τον Πάνω Μαχαλά και κατευθύνθηκαν προς το σχολειο. Ήταν τα σαρακατσανάκια.

Οι Σαρακατσάνοι ήταν σκηνίτες κτηνοτρόφοι κι έφερναν τα κοπάδια τους στα βοσκοτόπια μας την άνοιξη κι έφευγαν το φθινόπωρο κυρίως προς τα χειμαδιά τη Χαλκιδικής. Το καλοκαίρι τα σαρακατσανάκια ήταν όλη μέρα στο ποτάμι, ψάρευαν και κολυμπούσαν. Τα μεγαλύτερα τα μάζευε ιδιωτικός δάσκαλος, όχι στο σχολείο αλλά σε κάποιο σπίτι και τα μάθαινε κυρίως αριθμητική ενώ εμείς τα ντόπια παιδιά φυλάγαμε τα ζώα και τα μεγαλύτερα από εμάς δούλευαν στα χωράφια.

Την άνοιξη του 1953 οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού μας είχαν εγκαταλείψει την Αχλάδα και είχαν εγκατασταθεί στο χωριό μας. Τοτε εμφανίστηκαν και οι Σαρακατσάνικες οικογένειες. Για μερικές μέρες μαύριζε ο τόπος από τις μαύρες μάλλινες σκηνές που στήνονταν από τους Σαρακατσαναίους στις αυλές των σπιτιών των φυγάδων του χωριού για να τα καθαρίσουν και να εγκατασταθούν οι ίδιοι.

Ένας από τους Σαρακατσαναίους που ξεχώριζε για το παράστημα του, το περπάτημα και την αρχοντιά του, ήταν ο μπάρμπα-Αντρέας. Ήταν ο μεγαλύτερος από μια πολυμελή οικογένεια, περισσότερα από εφτά αδέλφια ενώ είχε δημιουργήσει και τη δική του πολύτεκνη οικογένεια.

Ο μπάρμπα-Αντρέας δεν ήταν μόνο ο τσέλιγκας στ’αδέλφια του αλλά και σε πολλούς άλλους Σαρακατσαναίους που είχαν έρθει στο χωριό μας, δηλαδή ήταν ο αρχιτσέλιγκας. Ήταν άτομο με διοικητικές ικανότητες κι επιβαλλόταν στους αλλους με τις γνώσεις του, το παράστημα του, τη σκέψη του και την επιβλητική του φωνή κι αν χρειαζόταν και με τη γκλίτσα του…

Όλοι οι Σαρακατσαναίοι που βρίσκονταν στο χωριό μας τον είχαν επιλέξει σαν τον σοφό του χωριού και αυτός έκανε κουμάντο για ότι προέκυπτε. Αυτός εξασφάλιζε βοσκοτόπια, παζάρευε τα γάλατα, κανόνιζε το σφάξιμο των αρνιών και την πώληση του μαλλιού.

Αλλά δεν ήταν μόνο οι διοικητικές του ικανότητες που έκαναν τον μπάρμπα-Αντρέα να ξεχωρίζει. Ήταν ακούραστος κι αποτελεσματικός δουλευτής. Ειχε εμπειρικές γνώσεις όχι μόνο κτηνοτροφίας αλλά ακόμα και κτηνιατρικής.

Ο ίδιος θεράπευε τα ζωντανά του όταν αρρώσταιναν. Αν ένα ζώο έσπαγε το πόδι του, αφού έφερνε το κόκκαλο στη θέση του, έφτιαχνε έναν νάρθηκα, από καλάμια συνήθως, ακινητοποιούσε το ζώο, έδενε το σπασμένο μέλος και το ζώο γινότανε καλά και χρησιμοποιούσε κανονικά το πόδι του.

Ευνούχιζε τ’αρσενικά στρίβοντας τους όρχεις τους με μια ειδική δική του κατασκευή από ξύλο και μια σχοινένια θηλιά. Ο μπάρμπα-Αντρέας έκανε και χειρουργικές επεμβάσεις. Έτσι όταν ένα ζώο βουρλιζόταν, του άνοιγε κανονικά το κρανίο στη θέση της παρεγκεφαλίδας αφαιρούσε με μια βελόνα κάτι από μέσα και θεράπευε το ζώο. Την επέμβαση την έκανε με πρωτόγονα μέσα, δηλαδή με κοφτερά μαχαίρια.

Σε μεγάλη ηλικία ο μπάρμπα-Αντρέας έσπασε το πόδι του και τον πήγαν στο νοσοκομείο, όπου με επέμβαση του «εφεραν» τα κόκκαλα στη θέση τους και βάλανε το πόδι στο γύψο. Τη νύχτα όμως πρήστηκε το πόδι του και δεν το άντεχε. Έτσι έκοψε με ένα μαχαίρι τον γύψο, τον έσπασε και τον έβγαλε. Από μια καρέκλα έκοψε καλάμια και ακινητοποίησε το σπασμένο του πόδι το οποίο έγειανε χωρίς παρενέργειες.

Στο χωριό μας ήταν από τους λίγους Σαρακατσάνους που παρέμενε τον χειμώνα στο χωριό για αρκετά χρόνια και ήταν από τους τελευταίους που εγκατέλειψε τη κτηνοτροφία και το χωριό μας. Τα παιδιά του, πέντε θυγατέρες και δυο γιοί είχαν μάθει τη ντοπιολαλιά μας.

Τις θυγατέρες του όχι μόνο τις πάντρεψε αλλά τις προίκισε κιόλας. Στο τέλος της δεκαετίας του 60′ πούλησε τα πρόβατα κι αγόρασε χωράφια (όχι στο χωριό μας) κι έτσι ο ένας γιός του ασχολήθηκε με τη γεωργία, ενώ ο άλλος ήταν διπλωματικός υπάλληλος.

Ήταν από τους ελάχιστους Σαρακατσαναίους που του δόθηκε στο χωριό μας γεωργικός κλήρος και δυο οικόπεδα. «Έφυγε» πλήρης ημερών και μας άφησε στη μνήμη την εικόνα του γνήσιου Σαρακατσάνου και κτηνοτρόφου, όπως καταγράφεται σε δημοτικά τραγούδια από τους λογοτέχνες των βουνών και των λόγκων.

Όλοι μας τον θυμόμαστε όπως περνούσε πάντα με τη γκλίτσα του στο χέρι από τον κεντρικό δρόμο του χωριού, χαιρετώντας όσους ήταν στις αυλές τους και πάντα είχε να πει κάτι παραπάνω από τον χαιρετισμό. Συχνά τον μνημονεύουμε στις συζητήσεις μας κι όλοι μας έχουμε να πούμε έναν καλό λόγο.

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης – ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, ΜΑΪΟΣ 2014


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 217 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό2%
Απαίσιο7%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up