Ο μπάρμπα-Λέκσος (Π.Βότσης)

(τη νύχτα ανθρακωρύχος τη μέρα γεωργοκτηνοτρόφος)

«Είμαστε εμείς που χτίζουμε πολιτείες και δεν έχουμε σπίτι, που ζυμώνουμε το αλεύρι και δεν έχουμε ψωμί, που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε τον χειμώνα…» – ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Χαιρόμασταν όλοι στο χωριό όταν μαθαίναμε ότι μια ακόμα οικογένεια επέστρεφε από την αναγκαστική φυγή της στη διπλανή τότε Γιουγκοσλαβία. Αναπτερώνονταν οι ελπίδες μας ότι το χωριό μπορεί να ξαναγίνει όπως ήταν.

Ιδιαίτερα χαιρόμασταν εμείς τα παιδιά και πάντα ρωτούσαμε αν η οικογένεια που επέστρεφε έχει παιδια κι αν επιτέλους θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τα παιχνίδια σε «αγορίστικά» και «κοριτσίστικα» γιατί αναγκαζόμασταν όλα τα παιδιά να τα παίζουμε όλα τα παιχνίδια αφού είμασταν τόσο λίγα…

Μια χαρά όμως που δε χωρούσε στα συνηθισμένα μέτρα ήταν εκείνη της μπάμπα-Πέτρας που της είχε ξεμείνει μια εγγονούλα και μάθαινε πως η φαμίλια της επέστρεφε. Αυτό που είχε στο μυαλό της συνέχεια επιτέλους γινόταν πραγματικότητα. Η οικογένεια θα έσμιγε μετά από έναν εξάχρονο περίπου αναγκαστικό και βίαιο χωρισμό.

Ο μπάρμπα-Λέκσος όταν έφτασε στο χωριό είδαμε πως είχε άλλες τρεις θυγατέρες, έναν γιό και μαζί του επέστρεφε και ο πατέρας του, ο άντρας της μπάμπα-Πέτρας.

Αυτό που μας έκανε εντύπωση ήταν πως οι κόρες του φορούσαν παντελόνια, «ακούς εκεί κορίτσια να φοράνε παντελόνια, θεός φυλάξοι!» Ο μπάρμπα-Λέκσος έφερε μαζί του και ένα ποδήλατο και ίσως ήταν το πρώτο ή δεύτερο ποδήλατο που εμφανίστηκε στο χωριό, το άλλο ήταν του δασκάλου.

Ξαφνιαστήκαμε επίσης όταν λίγες μέρες μετά την επιστροφή είδαμε τον μπάρμπα-Λέκσο να ανηφορίζει με το ποδήλατο του ένα σούρουπο κρατώντας μια λάμπα ασετυλίνης. Μάθαμε πως έπιασε δουλειά στα λιγνιτωρυχεία Αχλάδας. Όταν τον έπιανε το σκοτάδι, άναβε τη λάμπα για να βλέπει.

Παρατηρήσαμε όμως μερικούς μήνες αργότερα, όταν ο μπάρμπα-Λέκσος είχε αποκτήσει τα πρώτα ζωντανά του ότι πρωί-πρωί τα οδηγούσε στη βοσκή. Το κοπάδι του ήταν πολυποίκιλο. Υπήρχαν γελάδια, πρόβατα, κατσίκια, γουρούνι κι ένας γάιδαρος.

Όλα αυτά προσπαθούσε να τα συντονίσει να βοσκήσουν μαζί αν και το κάθε είδος έχει διαφορετική ώρα και διαφορετικό τρόπο αναζήτησης της τροφής του.

Εμείς αναρρωτιόμασταν, πότε άραγε ξεκουραζόταν ο μπάρμπα-Λέκσος; Δεν άργησε να μου λυθεί αυτή η απορία όταν κάποια μέρα τον πέτυχα με το κοπάδι του στη βοσκή. Καθόταν χάμω, δίπλωνε το κορμί του μπροστά, ακουμπούσε το κεφάλι στα γόνατα και κοιμόταν.

Σε ερώτηση μου γιατί δεν ξαπλώνει μου απάντησε: «αν ξαπλώσω θα με πάρει ο βαθύς ύπνος και τα ζώα θα κάνουν ζημιές». «Σίγουρα δεν χορταίνεις ύπνο έτσι» του απάντησα εγώ και μου λέει: «Ο ύπνος δεν είναι για χόρταση αλλά για να ζούμε..»

Ο μπάρμπα-Λεκσος πίστευε πως ζούσε για να δουλεύει. Αρκετά σύντομα μετά την επιστροφή στο χωριό έχτισε νέο σπίτι για να στεγάσει τη φαμίλια του, πάντρεψε όλες τις θυγατέρες και τελευταίο τον γιό του.

Μας άφησε σε μεγάλη ηλικία και δεν έπαψε να δουλεύει μέχρι σχεδόν την τελευταία του πνοή. Έμεινε στην ιστορία του χωριού μας ως ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ. Όλοι μας τον θυμόμαστε να ανηφορίζει το πρωί τα βοσκοτόπια και το βράδυ να κατηφορίζει για τα λιγνιτωρυχεία Αχλάδας και κάποιες φορές της Βεγόρας.

Πολλές φορές όταν επέστρεφε το δειλινό από τα βοσκοτόπια με τα ζωντανά και δεν είχε πάρει το γαϊδούρι μαζί του κουβαλούσε ο ίδιος ξύλα.

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 186 αξιολογήσεις)
Τέλειο87%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό2%
Απαίσιο5%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up