Ο Μπάρμπα-Τάσος (Ο μπακάλης του χωριού μας) [Π.Βότσης]

«Το καφενείο του χωριού είναι ένας πολυχώρος και ο μπακάλης είναι ο λειτουργικός διευθυντής και ο συντονιστής ποικίλων δραστηριοτήτων…»

Κόντευε φθινόπωρο κι ανηφορίζαμε για το χωριό μας το 1951 ίσως και 1950, μια ομάδα από άντρες, γυναίκες και παιδιά, το χωριό μας ήταν ακατοίκητο. Ομάδες ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού υπήρχαν ακόμα στα βουνά μας. Για την ασφάλεια μας ανεβαίναμε στο χωριό μας κατά ομάδες και πάντοτε υπήρχαν κάποιοι ένοπλοι μεταξύ μας «για προστασία».

Οι ένοπλοι ήταν άντρες των Ταγμάτων Εθνικής Ασφάλειας (ΤΕΑ). Την ημέρα εκείνη που ανηφορίζαμε, μεταξύ μας ήταν ο μπάρμπα-Τάσος, συγγενής μας, δεύτερος ξάδελφος της μητέρας μου και οπλίτης των ΤΕΑ. Συνήθως στο χωριό μας βρίσκαμε πλιατσικολόγους από τα διπλανά χωριά.

Όταν φτάσαμε στο περιβόλι του παππού μου, πατέρα της μητέρας μου, που έχω το όνομα του, είδαμε να τρέχουν προς το απέναντι βουνό να ανηφορίζουν Κελλιώτες με φορτωμένα τα γαϊδούρια τους τσουβάλια με μήλα από το περιβόλι μας.

Ο μπάρμπα-Τάσος άρχισε να πυροβολεί στον αέρα για να σταματήσουν οι κλέφτες, όμως αυτοί συνέχισαν να ανηφορίζουν το βουνό. Ο μπάρμπα-Τάσος με το τουφέκι στο χέρι του τους πήρε από πίσω κι άρχισε να τους κυνηγάει… Από ότι μου’λεγε μετά από χρόνια βρήκε τους κλέφτες και τους κατήγγειλε στον εκεί σταθμό χωροφυλακής.

Ήταν αρκετά από τα μοναχικά άτομα του χωριού μας ο μπάρμπα-Τάσος, αφού λόγω του Εμφυλίου, όλη η φαμίλια του ήταν φυγάδες στη διπλανή μας Γιουγκοσλαβία.

Από τότε που επιστρέψαμε στο χωριό μας το 1952 ο μπάρμπα-Τάσος ακολούθησε τους συγχωριανούς μας και το 1953 μαζί με έναν Σαρακατσάνο, τον Ορέστη, άνοιξαν ένα μαγαζάκι στο ισόγειο του σπιτιού του μπάρμπα-Τάσου με μια πόρτα στην ανατολική πλευρά του ισογείου.

Ο Σαρακατσάνος μετά από ένα διάστημα παραιτήθηκε και το μαγαζί έμεινε στον μπάρμπα-Τάσο και σήμερα ακόμα υπάρχει ακόμα αλλά σε άλλη θέση και το δουλεύει ο γιός του.

Από την άνοιξη μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου η πελατεία αυξανόταν γιατί έρχονταν στα βοσκοτόπια μας οι Σαρακατσάνοι σκηνίτες από τα χειμαδιά. Τα γράμματα που ήξερε ο μπάρμπα-Τάσος ήταν λίγα γι’αυτό μ’έβαζε από μαθητή ακόμα του δημοτικού, να του γράφω τα βερεσέδια.

Εντύπωση μου έκανε η καταπληκτική του μνήμη. Θυμόταν τα ψώνια του καθενός χωρίς να κρατάει καμιά σημείωση. Μπορεί να τύχαινε πέντε-έξι άτομα να ψωνίσουν από τέσσερα-πέντε είδη κι όλα τα θυμόταν.

Κάποια χρονιά, πιθανόν το 1954, ο μπάρμπα-Τάσος έβγαλε διαβατήριο και πήγε να δει τη φαμίλια του που ζούσε σε ένα προάστιο των Σκοπίων. Το μαγαζί το κρατούσε τότε ο ντέντο-Τάσος ο κουμπάρος μας, που έμενε μαζί μας, μοναχικό άτομο κι αυτός, τον είχαμε στο σπίτι μας και εγώ έκανα τον γραμματέα του, αφού ο ογδοντάρης γέροντας ήταν αναλφάβητος.

Μόλις επέστρεψε από τα Σκόπια ο μπάρμπα-Τάσος, έβαλε λυτούς και δεμένους για να επιστρέψει η φαμίλια του και αυτό συνέβη το 1956 επέστρεψαν οι τρεις κόρες του, ο μικρός γιός του, ο μικρότερος αδελφός του και ο γέροντας πατέρας του.

Το μαγαζάκι ανέλαβε η γυναίκα του και την αντικαθιστούσε η μικρή κόρη τους για να τον ξεκουράζει. Ο μπάρμπα-Τάσος αφοσιώθηκε στα χωράφια του, είχε μάλιστα εκλεγεί για μια διετία πρόεδρος της κοινότητας μας.

Ο μπάρμπα-Τάσος όταν επέστρεψε από τη Γιουγκοσλαβία, έγινε πρόεδρος της κοινότητας μας και μετά από μερικά χρόνια ξαναβγήκε πρόεδρος και το 1967 η χούντα τον βρήκε στον θώκο του προέδρου και τον έπαψε.

Αιτία της καθαίρεσης του ήταν μια φράση που είχε πει σε αξιωματικούς όταν είχαν επισκεφθεί το χωριό και τους υποδέχτηκε λέγοντας πως: «η επανάσταση της 21ης Απριλίου δεν είχε φτάσει στο χωριό μας».

Μετά το 1974 ανήμπορος από αρθροπάθεια ο μπάρμπα-Τάσος και με τη βοήθεια πατερίτσας περιορίστηκε στο μαγαζάκι του. Όλα τα παιδιά του παντρεύτηκαν κι απολάμβανε την αγάπη των εγγονιών του.

Στο μαγαζάκι τον βοηθούσε η γυναίκα του κι αμέσως μετά τον γάμο του γιού του η νύφη του. Ο μπάρμπα-Τάσος έπαιρνε τρεις συντάξεις, μια από τον ΟΓΑ, μια που είχε διατελέσει πρόεδρος του χωριού, και μια αναπηρική γιατί είχε χάσει το ένα του μάτι από εργατικό ατύχήμα.

Με αυτά τα λεφτά ζούσε με αξιοπρέπεια. Μας άφησε στα ογδόντα του και μετά από έναν χρόνο τον ακολούθησε και η σύντροφος του. Έφυγε ευχαριστημένος και ιδιαίτερα από τον γιό του που όπως ομολογούσε, τον φρόντιζε με ιδιαίτερη αγάπη και αφοσίωση.

Όλοι μας στο χωριό τον θυμόμαστε κι όλοι μας τον μνημονεύουμε, όλοι μας έχουμε να πούμε ένα καλό για αυτόν.

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ 2014


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο Μπάρμπα-Τάσος (Ο μπακάλης του χωριού μας) [Π.Βότσης]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up