Ο μπάρμπα-Τόντες από το Γκορνίτσοβο (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα«Μεγκάλη λεφτερία ένα λόγκο τρακόσια πενήντα» -ΚΡΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΚΩΝ ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΑ

Ο μπάρμπα-Τόντες καβάλα στο γάιδαρο του γυρίζει στο σπίτι του ύστερα από μια κοπιαστική δουλειά στο χωράφι. Μόλις μπήκε στο χωριό τον περίμενε ο χωροφύλακας και του έκανε νόημα να σταματήσει. Ήταν τα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά, οπότε και είχε απαγορευτεί να μιλιέται η ντοπιολαλιά μας αφού είχαν αποφανθεί ότι η γλώσσα αυτή ήταν βουλγάρικη. Και όχι μόνο είχε απαγορευτεί αλλά όποιος τολμούσε να τη μιλήσει, πλήρωνε πρόστιμο 350 δραχμές, δηλαδή βαρύ πρόστιμα για εκείνα τα χρόνια.

Ο χωροφύλακας ήθελε τον μπάρμπα-Τόντε για να του επιδώσει ένα ένταλμα πληρωμής προστίμου γιατί ακούστηκε να μιλάει την απαγορευμένη γλώσσα. Ο μπάρμπα-Τόντες κατάλαβε ότι ο χωροφύλακας του ζητούσε να σταματήσει και ξέροντας ότι απαγορευόταν να προστάξει τον γάιδαρο στη γλώσσα του, άρχισε να λέει στο ζωντανό: «σταμάτα γκαϊντούρι, σταμάτα γκαϊντούρι». Το ζώο όμως δεν καταλάβαινε και συνέχισε τον δρόμο του.

Ο χωροφύλακας βλέποντας ότι δε σταματάει το ζωντανό λέει στον μπάρμπα-Τόντε: «Μπάρμπα-Θόδωρε, πέστο στα δικά σας…»  Ο μπάρμπα-Τόντες φώναξε τότε προς τον γάιδαρο: «Τσουνκστ» και το ζωντανό «καρφώθηκε επί τόπου το ρημάδι».  Έτσι περιέγραφε το περιστατικό κάθε φορά  που του ζητούσαν χωριανοί να διηγηθεί το περιστατικό με τον χωροφύλακα.

Ο μπάρμπα-Τόντες πήγε στο σταθμό χωροφυλακής για να παραπονεθεί για το βαρύ πρόστιμο και να τους πει πως ο ίδιος είχε πολλά παιδιά και δύσκολα τα έβγαζε πέρα. Τόσα χρήματα δεν μπορούσε ότι και να έκανε να τα βρεί.

– Είσαι ευχαριστημένος από το Ελληνικό Κράτος; Τον ρώτησαν στη χωροφυλακή…
– Βέβαια, απάντησε ο μπάρμπα-Τόντες, έχουμε μεγκάλη λεφτερία, ένα λόγκο τριακόσια πενήντα!

Βέβαια ο μπάρμπα-Τόντες δεν ήθελε να πει κάτι τέτοιο, απλά ήθελε να παραπονεθεί ότι μια κουβέντα είπε στη λαλιά του και του’βαλαν μεγάλο πρόστιμο…

– Α, μας ειρωνεύεσαι κιόλας, είπε ο χωροφύλακας… Βάλτε τον μέσα και ποτίστε τον, εννοώντας ρετσινόλαδο που έφερνε ακατάσχετη διάρροια.

Μετά όταν ήρθαν τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής ο μπάρμπα-Τόντες δύσκολα τα’φερνε βόλτα με την πολυμελή οικογένεια του. Δεν του’φτανε ούτε το ψωμί για τη φαμίλια του. Έκαναν οικονομία ακόμα και σε αυτό, στο ψωμί.

Τον ρωτούσαν οι χωριανοί, πως τα κατάφερνε με τόσα παιδιά και τόση φτώχεια και αυτός τους έλεγε: «Έχω τον τρόπο μου και είναι απλός. Παίρνω ένα παιδί στην αγκαλιά μου, του λέω παραμύθια, το χαϊδεύω και το κοιμίζω.
Έτσι γλιτώνω ένα κομμάτι ψωμί. Μόλις τελειώσω με το ένα παιδί σειρά έχει άλλο παιδί…»

Τα παιδιά του όμως όταν μεγάλωσαν έγιναν τζαμπάζηδες. Συνήθως αγόραζαν ζώα και τα μεταπουλούσαν. Όταν ερχόταν κάποιο από τα παιδιά του στενοχωρημένο επειδή από κάποια μεταπώληση ζώου είχε μικρό κέρδος, ο
μπάρμπα-Τόντες το συμβούλευε: «Πούλα ένα δικό σου ζώο, κι ότι πάρεις θα’ναι όλα κέρδος…»

Γνώρισα τον μπάρμπα-Τόντε. Ήταν ένα γεροντάκι συμπαθητικό με έξυπνο λόγο και μεγάλη αίσθηση του χιούμορ. Όταν κάποτε είχε μπει στον περιποιημένο μας κήπο είχε πει: «Εσείς δεν είστε στη γη, είστε στον παράδεισο, κι όλα αυτά τα κάνει το νερό σας που λείπει από το χωριό μας…»

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 390 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up