Ο μπάρμπα-Χρήστος ο χωρατατζής (Π.Βότσης)

Κάθε τόσο στο χωριό μας μετά τον Εμφύλιο εμφανίζονταν άτομα άγνωστα σ’ εμένα, που όμως ήταν συγχωριανοί μας κι όταν «φύγανε» από το χωριό είτε για να φυλακιστούν είτε για να στρατευθούν στον Εθνικό Στρατό ή στρατολογήθηκαν από τον Δημοκρατικό Στρατό, εγώ ήμουν μικρός και δεν τους θυμόμουν.

Οι περισσότεροι είχαν αποφυλακιστεί και ήταν άτομα ηλικιωμένα. Οι κατηγορίες φυλάκισής τους ήταν ότι «συνεργάστηκαν» με τις κατοχικές δυνάμεις, που στα μέρη μας ήταν οι Βούλγαροι και η ένοχη πράξη τους, που τους χαρακτήριζε ως δοσίλογους, ήταν ότι μπορούσαν γλωσσικά να συνομιλούν με τους κατακτητές για θέματα καθημερινά.

Πίσω όμως από το χαρακτηριστικό τίτλο «δοσίλογος» κρύβονταν οι Εαμίτες, οι Ελασίτες της Αντίστασης και παρτιζάνοι του Δημοκρατικού Στρατού. Να’ τος, λοιπόν, μια μέρα ο μπάρμπα-Χρήστος, μόλις είχε αποφυλακιστεί κατηγορούμενος ως «απειλών» τους χωροφύλακες του χωριού μας μέσω των υιών του, που ο ένας ήταν Εαμίτης αρχικά και Ελασίτης κατόπιν και ο άλλος στον Εθνικό Στρατό.

Είπε προς τους χωροφύλακες, απ’ ό,τι λένε στο χωριό μας, «ξέρω τι χρειάζεται για εσάς αλλά μην ανησυχείτε, δεν θα αργήσει να’ ρθει, κάντε μόνο λίγη υπομονή» εννοώντας πως οι κοπέλες του χωριού, που τις περιτριγύριζαν, δεν θα αργήσουν στο ερωτικό μαρκάρισμα των χωροφυλάκων και θα ενδώσουν.

Όταν σε κάποιον, που δεν ήξερε ποιος ήταν ο μπάρμπα- Χρήστος, έλεγε ότι μόλις βγήκε από τη φυλακή και τον ρωτούσε ο άλλος, γιατί φυλακίστηκε, του απαντούσε ότι είχε σκοτώσει τη γυναίκα του πάνω σε μια έκρηξη θυμού.

Θυμάμαι πολύ καλά μια περίπτωση ενός βοσκού που βρέθηκε στο σπίτι μας και ήρθε και ο μπάρμπα- Χρήστος. -Και γιατί θύμωσες τόσο πολύ μπάρμπα- Χρήστο; ρώτησε ο ανύποπτος βοσκός. – Μ’ έβαζε και μάλωνα κάθε μέρα με τον γείτονα. – Και πώς σ’ έκανε να μαλώνεις με τον γείτονα; – Μού ‘λεγε πως η γυναίκα του γείτονα μας έκλεβε τα αυγά μας κι εγώ την υπερασπιζόμουν και μάλωνα καθημερινά. Και να΄ταν μόνο οι καβγάδες, θα’ ταν καλό, έλα όμως που πολλές φορές ήρθαμε στα χέρια και τραβιόμασταν στην αστυνομία και πέφταν οι μηνύσεις! Έτσι μια μέρα βλέπω τον γείτονα που ‘ρχόταν φορτσάτος στο χωράφι που όργωνα και καθώς τον είδα θυμωμένο να ‘ρχεται το έβαλα στα πόδια.

-Μη φεύγεις, μη φοβάσαι, δεν θα σε χτυπήσω, έλα όμως στο σπίτι σου, να δεις ποιος κλέβει τ’ αυγά σας. Πήγαμε μαζί στο σπίτι μου και βλέπω την κυρά μου, που είχε κάνει μια τηγανιά με μπόλικα αυγά, στρωμένη να τα τρώει. Θύμωσα πολύ και καθώς κρατούσα τη βουκέντρα στα χέρια μου, της έδωσα ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι και την σκότωσα, έτσι μ’ έχωσαν στη φυλακή.

Οι περισσότεροι από τους ακροατές του τον συμβούλευαν και του ‘λεγαν πως ποτέ δεν ενεργούμε πάνω στον θυμό μας. Θυμάμαιτον φουκαρά τον βοσκό που του ‘χε πει: «Αν μετρούσες μέχρι το δέκα, θα σου είχε φύγει ο θυμός, δε θα σκότωνες τη γυναίκα σου και θα γλίτωνες τη φυλακή».

Μια φορά πάλι, νυχτιάτικα, στην Κατοχή από τους Βούλγαρους, βγήκε στην αυλή του, πήρε ένα ξύλο και κοπανούσε με δύναμη στο σωρό της κοπριάς, που ήταν στην αυλή του και φώναζε: «Μη βαράτε, λάθος κάνετε, δεν είμαι Γκραικομάνος, ο γείτονας μου είναι φανατικός Γκραικομάνος, αυτόν πρέπει να δείρετε, όχι εμένα». Τ’ άκουσε ο γείτονας και νυχτιάτικα εξαφανίστηκε στο βουνό και με το ζόρι τον έπεισαν να γυρίσει σπίτι του.

Όταν αποφυλακίστηκε ο μπάρμπα-Χρήστος και γύρισε στο χωριό, η οικογένειά του έλειπε. Είχε εγκαταλείψει το χωριό και βρίσκονταν πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβία. Η μόνη δουλειά που βρήκε να κάνει, ήταν βοσκός κι ευτυχώς υπήρχαν πολλοί Σαρακατσάνοι με τα κοπάδια τους στο χωριό, ο ίδιος ήξερε την τέχνη του βοσκού και τους φύλαγε τα ζωντανά.

Έτσι εξασφάλισε τροφή και κάποια χρήματα. Μια μέρα πού ‘βοσκε τα ζωντανά, είδε μια διμοιρία στρατιωτών από το φυλάκιο, που είχε έδρα το σχολείο του χωριού μας, πήρε μια πέτρα και είπε αυστηρά στους στρατιώτες ότι κρατούσε χειροβομβίδα κι αν δεν έπεφταν κάτω μπρούμυτα, θα την έριχνε πάνω τους και θα τους εξόντωνε όλους. Για πότε ξάπλωσαν όλοι τους, δεν κατάλαβε κανείς. Ευτυχώς κάποιος από τους ξαπλωμένους στρατιώτες τον αναγνώρισε και ήξερε ότι ήταν χωρατατζής.

Μια άλλη μέρα πάλι περνώντας το κοπάδι του έξω από το φυλάκιο, έπιασε κουβέντα με τον σκοπό της πύλης, που του είπε ότι είχε έρθει την προηγούμενη μέρα. Αυτό ήταν μια ευκαιρία για τον μπάρμπα-Χρήστο να κάνει το χωρατό του. – Έναν οδηγό που είχατε, είναι εδώ ακόμα; ρώτησε ο μπάρμπα-Χρήστος, ενώ ήξερε ότι είχε φύγει. – Όχι , εγώ ήρθα στη θέση του και είμαι οδηγός. Τι τον θέλεις; – Άσε να μη στο πω καλύτερα, γιατί θα πάθει τον μπελά του. Με ξεγέλασε. – Τι σου έκανε ακριβώς; Μήπως είχε αρραβωνιαστεί την κόρη σου και την παράτησε; – Όχι. Μου είχε πάρει χρήματα και μου είχε υποσχεθεί να με πάει στη Σαλονίκη και τώρα βλέπω πως έχασα τα λεφτά μου.

Ο σκοπός σχεδόν αμέσως το ανάφερε στον αξιωματικό του φυλακίου που κινητοποιήθηκε και μαζί με δυο στρατιώτες πήγε και τον βρήκε εκεί που έβοσκε τα πρόβατα. – Εσένα σου πήρε λεφτά ο οδηγός; – Κανένας δεν μου πήρε λεφτά, αλλά μ’ αρέσει να κάνω χωρατά και τα ‘χω πληρώσει και με φυλακή. Όμως δεν το ‘κοψα το συνήθειο. Πείτε πως είμαι αθεράπευτα άρρωστος. Έφυγε ο αξιωματικός κουνώντας το κεφάλι του.

Όταν ξέμενε από δουλειά ο μπάρμπα-Χρήστος, αρματωνόταν με διάφορα γεωργικά εργαλεία και τριγυρνούσε στο χωριό ζητώντας δουλειά. Όχι πως θα δούλευε, αλλά για να κάνει τα χωρατά του. Δεν έμεινε πολλά χρόνια στο χωριό, κάποια μέρα μαζί με άλλους δυο, που κι αυτοί ήταν αποφυλακισμένοι, που κι αυτών έλειπαν οι οικογένειες, πέρασαν τα σύνορα και βρήκαν τις φαμίλιες τους. Εκεί στην ξένη χώρα άφησε την τελευταία του πνοή ο μπάρμπα- Χρήστος.

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, Νοέμβρης 2014

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 366 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό2%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο μπάρμπα-Χρήστος ο χωρατατζής (Π.Βότσης)

  • 15/09/2019, 16:15
    Permalink

    ωραια τα κείμενά σας και ιστορικά. μόνο που θα ήθελα να παραδεχτειτε ότι η γλωσσα σας, τα εντόπικα ειναι βουλγάρικα. η γραμματική και το συντακτικό μας λένε αν ειναι σέρβικα ή βουλγάρικα ή κάτι άλλο. η επιστήμη λέει πως τα εντόπια ειναι βουλγάρικα. έτσι μιλουσαν τα βουλγάρικα στις δυτικές περιοχές της Βουλγαρίας και έτσι τα μιλουσαν και οι Έλληνες που εκβουλγαρίστηκαν στην γλωσσα.
    διαβάζουμε στο κείμενό σας:
    Οι κατηγορίες φυλάκισής τους ήταν ότι «συνεργάστηκαν» με τις κατοχικές δυνάμεις, που στα μέρη μας ήταν οι Βούλγαροι και η ένοχη πράξη τους, που τους χαρακτήριζε ως δοσίλογους, ήταν ότι μπορούσαν γλωσσικά να συνομιλούν με τους κατακτητές για θέματα καθημερινά.

    από την ανωτέρω παράγραφο φαίνεται ότι μιλατε βουλγάρικα .δεν χρειάζεται κάποιος να ανοίξει φιλοσοφοική συζήτηση για να πουμε πως κατέχει μία γλωσσα. εγώ πηρα το τόικ στα αγγλικά και μπορω να πω ότι μιλάω τα αγγλικά σ´ αυτό το επίπεδο. γιας εσας, όμως, τα βουλγάρικα ηταν μητρική γλωσσα, όπως και στους Μικρασιάτες τα τούρκικα. και αν δεν τους έδιωχνε ο κεμάλ πασά, όλοι τουρκοι θα ηταν τώρα. και εσεις, αν δεν ενσωματωνόσασταν με την μητέρα Ελλάδα, βούλγαροι θα ήσασταν ή σκοπιανοί.

    Σχολιάστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up