Ο Πάκες και ο Γκίτσες, δυο διάσημοι κλεφτοκοτάδες (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΤο 1948 ήμουν πέντε χρονών παιδί και θυμάμαι έναν ψηλό, σχετικά νέο και λεπτό άντρα, με μια τραγιάσκα πολυφορεμένη, που ήταν δεμένος πισθάγκωνα με σύρμα στα κάγκελα του παραθύρου του μαγειρείου μας. Ήταν συγχωριανός μας και λεγόταν Δημητράκης.

Ήταν γιός του «Μακεδονομάχου» Πάκε και τον είχαν δέσει οι Παρτιζάνοι του Δημοκρατικού Στρατού γιατί είχε κλέψει από έναν μικροπωλητή σταφύλια. Τον είχαν μάλιστα πασαλείψει με σταφύλια για να τον «τρώνε» οι μύγες και είχαν επιλέξει το παράθυρο του μαγειρείου μας, γιατί έβλεπε στον κεντρικό δρόμο του χωριού μας. Τελικά, τον έλυσε η μάνα μου με τη δικαιολογία ότι τρομάζαμε εμείς τα παιδιά.

Τον φοβόμασταν όλη εμείς η τσακαλαρία του χωριού τον Δημητράκη (τον φωνάζαμε Πάκε), γιατί συχνά περνούσε από τον κεντρικό δρόμο και μάζευε γόπες για να καπνίσει, ενώ εμείς τον κράζαμε εν χορώ, «Πάκε ούλαφ» (Πάκε τρελέ), και αυτός μας πετροβολούσε ως απάντηση.

Την Άνοιξη του 1952 μέναμε ακόμα στην Αχλάδα. Γυρνώντας ένα μεσημέρι από το σχολείο, βρήκα στο σπίτι που μέναμε έναν γέροντα με άσπρα μαλλιά, γαλανά μάτια και τα λιγοστά μαλλιά του τα σκέπαζε μια τραγιάσκα.
– “Ποιός είσαι; Ο Νικόλαος ή ο Πέτρος”, με ρωτάει.
– “Ο Πέτρος”, του απάντησα.
– “Εγώ είμαι ο κουμπάρος σας”, συνεχίζει. “Στεφάνωσα τον πατέρα σου και βάφτισα τον Νικόλα. Εσένα σε βάφτισε ο γιός μου ο Λάζος.”

Στη συνέχεια μου έκανε κάτι ερωτήσεις για το σχολείο και τα γράμματα, πόσα είναι τα γράμματα του αλφαβήτου, πως γράφεται η μια λέξη και πως η άλλη και αν «βάζω» ότι μαθαίνω στο κεφάλι μου ή στην τσάντα μου. Το Φθινόπωρο του 1952 μετακομίσαμε στο χωριό και μας ακολούθησε ο κουμπάρος μας και εγώ τον φώναζα Ντέντο-Τάσο, αφού ήταν 80 χρονών. Μόλις είχε βγει από τη φυλακή λόγω γήρατος. Ήταν παλιός κομιτατζής και είχε κάνει δυο φορές φυλακή.

Μετά από δυο έως τρία χρόνια, επαναπατρίστηκε κι ένας άλλος «Μακεδονομάχος», ο Γκίτσες, που ήταν φυγάς στη γειτονική μας Γιουγκοσλαβία τότε. Ο Γκίτσες μας επισκεπτόταν γιατί η πρώτη του γυναίκα ήταν αδελφή της γιαγιάς μας και γιατί με τον Ντέντο-Τάσο ήταν στην ίδια τσέτα κομιτατζήδων του Ήλο-Παπαδιώτη. Κουβεντιάζανε με τις ώρες και λέγανε τα δικά τους.

Ένα βράδυ, είχε έρθει ο Γκίτσες σπίτι μας και, μόλις έφυγε, ο Ντέντο-Τάσος μου είπε πράγματα που χαράχτηκαν στη μνήμη μου… «Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι καλός άνθρωπος και ο Θεός θα τον τιμωρήσει κι αυτόν και τον φίλο του τον Πάκε. Οι δυο τους, όταν προσχώρησαν ή, καλύτερα, όταν εξαγοράστηκαν από τον Καραβίκη, τριγυρνούσαν σαν ρεμάλια στα χωριά, όπου εκβιάζανε και τρομοκρατούσαν τον κόσμο. Σε πολλά σπίτια έμπαιναν με το στανιό, έλεγαν της νοικοκυράς να τους σφάξει και να τους μαγειρέψει κότα ή τον χειμώνα τηγανιά από γουρούνι. Αφού έτρωγαν, δεν ήταν σπάνιο να ικανοποιούσαν και τις ερωτικές τους ορέξεις και ο ύστατος χαιρετισμός, αρκετές φορές, ήταν να αποπατήσουν πάνω στον σοφρά που είχαν φάει με τη δικαιολογία ότι ο νυκοκοίρης του σπιτιού ήταν ενταγμένος ή υποστήριζε το αυτόνομο μακεδονικό κομιτάτο ή το βουλγαρικό. «Αν τολμήσετε να μας καταγγείλετε στους Τούρκους ή κάπου αλλού, στην επόμενη επίσκεψη μας θα κάψουμε το σπίτι σας και θα πάρουμε κάποιο από τα παιδιά σας. Γιατί κρύβεται ο άντρας σας από εμάς; Τι έχει κάνει;» Δεν έλλειψαν και περιπτώσεις κοριτσιών που αυτοκτόνησαν επειδή βιάστηκαν απο αυτούς τους δυο. Και οι δυο τους όταν έφυγαν οι Τούρκοι διορίστηκαν αγροφύλακες και κυκλοφορούσαν ένοπλοι και δεν έπαψαν να τρομοκρατούν τον κοσμάκη. Με τον Γκίτσε, πριν περάσουμε στο Ελληνικό κομιτάτο, είμασταν στην ίδια τσέτα. Μια φορά που περιφερόμασταν στα βουνά μας, κάνοντας αντάρτικο εναντίον των Τούρκων, πετύχαμε έναν Τούρκο στρατιώτη που είχε πάρει άδεια και πήγαινε χαρούμενος για το σπίτι του. Τον συλλάβαμε για να τον έχουμε όμηρο και θα μπορούσαμε να τον ανταλλάξουμε με κάποιον δικό μας που είχαν συλλάβει οι Τούρκοι. Ο Γκίτσες τον κοίταζε ερευνητικά και του «γυάλισε» η ζώνη από τη στολή του Τουρκου.

– “Που την βρήκες αυτήν τη ζώνη;”, ρώτησε ο Γκίτσες.
– “Μου τη δώσανε όταν με διορίσανε στρατιώτη”, απάντησε ο Τούρκος.
– “Ψέμματα λες. Αυτή η ζώνη ήταν του αδερφού μου”, του λέει ο Γκίτσες.

Οι υπόλοιποι από την τσέτα καταλάβαμε ότι έλεγε ψέματα ο Γκίτσες γιατί ήθελε τη ζώνη και βρήκε έτσι μια δικαιολογία για να την πάρει. Προσφέρθηκε να φυλάει πρώτος τον αιχμάλωτο. Όταν όλοι οι άλλοι αποσυρθήκαμε για ύπνο και μας είχε πάρει όλους ο ύπνος, ακούσαμε κάτι σπαρακτικές κραυγές. Τρέξαμε να δούμε τι είχε γίνει. Ο Γκίτσες είχε σκοτώσει με τη ξιφολόγχη του τον Τούρκο στρατιώτη για να του πάρει τη ζώνη. Ο Βοϊβόντας μας ο Ήλο, του είπε να φύγει από τη τσέτα μας και ότι εμείς είμασταν κομιτατζήδες και σκοπός μας ήταν να διώξουμε τους Τούρκους και ότι δεν είμασταν δολοφόνοι. Να γιατί σου είπα ότι δεν ήταν καλός άνθρωπος ο Γκίτσες…«


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 190 αξιολογήσεις)
Τέλειο87%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό2%
Απαίσιο5%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up