Ο ποταμός Φιλιούρι (Μπουκλουτζάς) – Της Ρίτσας Μπαλκουρανίδου

Κοινοποιώντας δείχνεις το ενδιαφέρον σου...

Ρίτσα Μπαλκουρανίδου - ΔασκάλαΚομοτηνή 1959-1960. Στην όγδοη Γυμνασίου. Έτσι μετρούσαμε τις τάξεις τότε. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Έκτη, Έβδομη, Όγδοη, έξι χρόνια που λέγονταν τότε Γυμνάσιο. Γυμνάσιο Θηλέων, Γυμνάσιο Αρρένων χωριστά. Η τελευταία τάξη, λεγότανε Όγδοη, και χαρά στηνε που πηγαίνανε στην Όγδοη, πάει να πει πως ήτανε Ογδοήτισσα, πως ήταν τελειόφοιτη, πως τελείωσαν τα βάσανα. Ποιά βάσανα; Τα μαθητικά. Αχ, και να γύριζαν εκείνα τα χρόνια τα μαθητικά, της νιότης, της ανέμελης ζωής… Δεν το καταλαβαίναμε.

Το τραγουδάκι στο μικρό ραδιοφωνάκι, έλεγε το σουξέ της εποχής. Έβγαλες το Γυμνάσιο, πέταξες την ποδιά σου, τώρα γυμνάσια πολλά, μου κάνει η καρδιά σου… ψηλομύτα… Φορούσαμε ποδιές, όλες, ομοιόμορφες, μαύρες ποδιές από γυαλιστερό μαύρο σατέν ή από γκρό ύφασμα και άσπρο στρογγυλό γιακαδάκι. Ε… οι ογδοήτισσες είχαν κάποιο δικαίωμα να φλερτάρουν, να ερωτοτροπούν κι αυτό σιγανοπαπαδίστικα. Με τάκτ και νάζι, με χάρη, δεκαετία του 1960.

Είχαμε και έναν αυστηρό Γυμνασιάρχη, ούου, ούου… φωνακλάς ο δυστυχής αλλά καλόκαρδος. Κος Μαρίνος Ξηρέας, ονόματι (Έγραψε βιβλίο σχετικά με τον Βιζυηνό και τότε κάναμε τα αποκαλυπτήρια της προτομής του μεγάλου Θρακιώτη ποιητή Γεώργιου Βιζυηνού). Με πολλά. πολλά γκρίζα ακατάστατα μαλλιά, φιλόλογος και με σύζυγο μια Ελληνογερμανίδα καθηγήτρια των μαθηματικών. Ο φόβος και ο τρόμος. Όχι πως έφταιγε η καημενούλα, αλλά να, δύσκολα λιγάκι τα μαθηματικά, τότε δεν υπήρχαν και τα έρημα τα φροντιστήρια να βοηθηθείς κάπως. Ότι ακούγαμε από την ίδια αλλά που… δεν προσέχαμε. Φροντίζαμε σκόπιμα, την πρώτη ώρα να αργούμε μη μας σηκώσει με τον κατάλογο, και μπαίναμε στην τάξη, στο τέλος της πρώτης ώρας.

Πως συνέπιπτε τώρα να’χουμε πάντα τέσσερις φορές την εβδομάδα την πρώτη ώρα μαθηματικά, δεν μπορώ και τώρα να το καταλάβω. Ίσως για να κάνουμε σκασιαρχείο και να μη ξέρουμε τίποτα, να μη μαθαίνουμε την άλγεβρα. Οι περισσότερες απουσιάζαμε στο μάθημα της, σκόπιμα, τάχα αργούσαμε. Χάναμε την παράδοση και έτσι η άλγεβρα αντί να πάει μπροστά πήγαινε πίσω, όλο κατά πίσω, και να η βαθμολογία κάτω από τη βάση (η βάση ήταν το δέκα), και να σχεδόν οι μισές μεταξεταστέες για τον Σεπτέμβρη.

Βραχνάς τα μαθηματικά. Οι περισσότερες μαθήτριες, δεν τα αγαπούσαν. Η καθηγήτρια δεν έφταιγε αλλά εμείς, αν και φταίγαμε, φοβόμασταν την ίδια, την βλέπαμε όλο με αριθμούς. Στις παρελάσεις θυμάμαι δυο φορές τον χρόνο, την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου έβαφε τα μαλλιά της γαλάζια. Ναι γαλάζια! Τιμής ένεκεν, λόγω εθνικής εορτής. Και καμάρωνε ωσονούπω. Ποτέ μου άλλη φορά δεν είδα γαλάζια μαλλιά, μόνο σ’αυτήν και μου έμεινε. Ωστόσο ήταν καλή γυναίκα και ας άφηνε πολλές μεταξεταστέες. Δεν έφταιγε. Έφταιγαν οι ογδοήτισσες και τα μυαλά που άρχιζαν να παίρνουν αέρα. Ο αέρας της δεκαοχτάχρονης.

Ο σύζυγος της μαθηματικού, δηλαδή ο Γυμνασιάρχης ήταν αυστηρός. Παλαιών αρχών. Ήθελε να φοράμε πάντα, και εκτός σχολείου τις ποδιές… Και κάλτσες ως το γόνατο. Και ήθελε όλες να’χουμε μακριά μαλλιά. Απαγορεύονταν τα κοντά μαλλιά. Μακριά μαλλιά μεν αλλά δεμένα σε πλεξούδα σε κότσο ψηλά. Σαν κουράδες έλεγε η φίλη μου η Νίτσα. Κουράδες ναι, αλλά προσέδιδαν στα πρόσωπα μας μια αρχοντιά μοναδική, στα αλόδροσα και φρέσκα πρόσωπα μας. Μοιάζαμε με τις αρχαίες Ελληνίδες.

Τότε ήταν που τραγουδούσε η Μαριάννα Χατζοπούλου με την γλυκήτατη φωνή της. Κάνε κότσο τα μαλλιά σου, να φανεί η αρχοντιά σου… Μελωδίες αξέχαστες, ακόμη και για το φουρώ. Γιατί φορούσαμε φουρώ, κάτω από τις ποδιές. Όλες, άσπρο, καμποτένιο, για να φουσκώνει η ποδιά. Τραγουδούσαμε. Φουστανάκι με φουρώ, κι από κάτω από το φουρώ, τι κορμάκι λυγερό. Η κυκλοφορία ήταν ως τις οκτώ, το βράδυ. Όλες μετά τις οκτώ, στα σπίτια μας, για διάβασμα, αν σ’έβλεπε κανείς έξω και σε κάρφωνε, την άλλη μέρα απολογία στον Γυμνασιάρχη, και αποβολή.

Τα σινεμά απαγορεύονταν. Μόνον με άδεια του Γυμνασιάρχη και μόνο σε ιστορικές ταινίες. Είδαμε το Κβο-βάντις, το Πόλεμος και Ειρήνη, τη Γέφυρα του ποταμού Κβάι, με το αξέχαστο σφύριγμα, την Μαντάμ Μπάτερφλάι και άλλα. Είδαμε την Βουγιουκλάκη, στα πρώτα της βήματα πανέμορφη, ολόδροση στην Μαρία Πενταγιώτισσα. Κι όλες συμφωνήσαμε, για το λαμπρό της μέλλον τότε και που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα μετά από πενήντα χρόνια σχεδόν να είναι αστέρι έστω κι αν έχει πεθάνει.

Και φυσικά, κάθε Πάσχα, τα Πάθη του Χριστού. Τα Καλοκαίρια, πηγαίναμε μόνες ελεύθερες στα θερινά σινεμά, του Ποάλα που είχε πάνινες καρέκλες, μια μεγάλη οθόνη και στους τοίχους γύρω αναρριχώμενους κισσούς. Τότε χορταίναμε από θέατρα και έργα. Γιατί έρχονταν και θέατρα προπάντων Επιθεώρηση. Ο Αυλωνίτης, ο Μυράτ με την Ζουμπουλάκη, η Σπεράντζα Βρανά με τα υπέροχα πόδια της που τολμούσε να τα δείξει, και τα Καλουτάκια οι δυο αδελφές που έσπαζαν τα ταμεία και έτρεχαν όλοι να τις χαρούν. Η αστική τάξη.

Εγώ είχα την τύχη να’χω καλά εφηβικά χρόνια και προπάντων κοντά στον άρχοντα θείο μου, τον κύριο Μενέλαο Ζωίδη, που άλλοτε παλιά, ήταν η πρώτη οικογένεια της Κομοτηνής. Με δικό της τσιφλίκι, και χωριό, το Παλάδιο και την μισή σχεδόν Κομοτηνή με κτίσματα δικά τους. Ήταν και ευεργέτες της πόλης. Δώρισαν σχολείο και εκκλησία επί τουρκοκρατίας. Και σήμερα υπάρχει οδός προς τιμήν τους. Οδός Χατζή Ζωίδη. Η Κομοτηνή μεγάλο εμπορικό κέντρο της Θράκης, αριθμούσε τότε, γύρω στις 48.000 κατοίκους. Οι κάτοικοι ήταν μισοί-μισοί, Μουσουλμάνοι-Έλληνες.

Οι Έλληνες ντόπιοι Θρακιώτες και πολλοί πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Ανατολική Θράκη και από την Ανατολική Ρωμυλία και λίγοι Πόντιοι. Εργατικοί όλοι και νοικοκύρηδες. Παλεύανε για μια καινούργια Ελλάδα. Η ζωή κυλούσε μπρος, όλο και προς τα μπρος. Οι Μουσουλμάνοι ήσυχοι, συμβίωναν ομαλά, οι περισσότεροι στα Μουσουλμανικά χωριά τους και στην Κομοτηνή ζούσανε στους Μουσουλμάνικους μαχαλάδες. Οι γυναίκες δεν έβγαιναν έξω, κατά τα ήθη τους, φορούσαν φερετζέδες και μαύρο σαντόρ.

Οι πλούσιες φορούσαν μαντήλα και μαντώ μακριά. Ασχολούνταν με το σπίτι και έφτιαχναν ωραία παραδοσιακά γλυκά (μπακλαβάδες, κανταϊφι, σαραγλί διάφορα σιροπιαστά). Οι Μουσουλμάνοι ήσαν χρυσοχόοι, έμποροι (πουλούσαν στραγάλια, λουκούμια, χαλβάδες, καφέδες). Οι περισσότεροι εργάτες, ξυλοκόποι. Ωωω… Τουντζώ… φώναζε το πρωί ο ξυλοκόπος, με την ποδιά στον ώμο για να κόψει τα ξύλα των νοικοκυράδων. Είχαν τα τζαμιά τους, τα τεμένη τους, το Προξενείο, το Τζελάλ Μπαγιάρ, Σχολεία και Σχολή για τους Χοτζάδες τους (εκκλησιαστική σχολή).

Περνούσαμε φιλειρηνικά και τις γιορτές μας έφερναν στο Ραμαζάνι τους γλυκά, μπακλαβάδες και μας κερνούσαν. Θυμάμαι μια Τουρκάλα που μας έφερνε το γάλα, το πρωί, μου’λεγε πάντα καλωσυνάτα Τσοκ-Γκιουζέλ, Τσοκ-Γκιουζελ, δηλαδή όμορφο κορίτσι. Ο Τούρκος, γενικά, ο Ανατολίτης εκτιμά πολύ την ομορφιά. Εμείς δεν είχαμε να μοιράσουμε τίποτα μαζί τους, και μάλιστα θαυμάζαμε τις Τουρκάλες για την θαυμάσια επιδερμίδα τους που ήταν πολύ ωραία, αφράτη. Δεν τις έβλεπε ο ήλιος… Στα νύχια, έβαζαν κινά.

Αν λοιπόν η Κομοτηνή τότε θα’πρεπε να υπερηφανεύεται σαν πόλη, σαν πρωτεύουσα της Θράκης, ήταν για δυο πράγματα. Το ένα ήταν τα θαυμάσια πάρκα της και το άλλο το ποτάμι της, ο Μπουκλουτζάς, ο Φιλιούρι.

Τα πάρκα της γεμάτα με πολύχρωμα, ευωδιαστά λουλούδια ιδίως το Μεγάλο Πάρκο, στο κέντρο της πόλης (εξ’ου και Παρκούπολης ελέγετο). Το όμορφο ποτάμι της, έναν χείμαρρο που διέσχιζε στη μέση την πόλη και την οδό Βενιζέλου, παραπέρα στη κεντρική οδό. Και βέβαια για τη βιβλιοθήκη της, μεγάλο κτίριο, για την Μητρόπολη με τον ιδιόρρυθμο ρυθμό της, τις εκκλησίες της, την Λέσχη και τον μεγάλο πλάτανο στην πλατεία, με γύρω, μικρότερα πλατάνια, την τουλούμπα της. Το νερό, δροσερό ξεδιψούσε τους διαβάτες.

Το μεγάλο πάρκο, ήταν όνειρο. Σωστός παράδεισος. Άξιζε. Το ωραιότερο από όλα που έχω δει σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Παρτέρια μεγάλα και μικρά σε διάφορα σχήματα, καρδιάς, τρίγωνα, τετράγωνα, κυκλικά και γύρω θάμνοι από πυξάρι, και δεντρολίβανο. Ηταν φραγμένο με ψηλές καγκελόπορτες, σιδερόφραχτες. Το βραδάκι, ο φύλακας χτυπούσε καμπανάκι, να βγουν όλοι έξω. Έκλεινε και άνοιγε το πρωί. Οι κηπουροί, το περιποιόντουσαν, σαν να’τανε ο κήπος της Εδέμ.

Ανθάκια, πολύχρωμα λογιών-λογιών μοσχοβολούσαν. Πελώρια δέντρα, μεγάλα πεύκα, πλάτανοι και φυλλωσιές από κισσούς, που σκέπαζαν τοίχους, δρομάκια και σκεπαστές σιδερένιες στοές από κισσό. Στην μέση, το μεγάλο συντριβάνι. Να πέφτουν από ψηλά, τα νερά, και στα ολόδροσα νερά να κολυμπούν χρυσόψαρα. Όλες τις εποχές, ήταν όμορφο. Την Ανοιξη όμως μοσχοβολούσε. Αρώματα και ευωδιές.

Το φθινόπωρο, στις αποχρώσεις του κίτρινου, του χρυσοπράσινου οι φυλλωσιές. Πέφταν πάνω μας τα φύλλα και στόλιζαν τις κοριτσίστικες ποδιές. Γελούσαμε. Κάναμε βόλτες στο πάρκο με τις φίλες και λύναμε τα προβλήματα… προβλήματα αγάπης, χαράς, αθώου φλερτ με συμμαθητές. Το άλλο καμάρι της Κομοτηνής ήταν το ποτάμι της. Διέσχιζε την πόλη στα δυο. Από τη μια τα ψαράδικα, τα κρεοπωλεία, η αγορά και από την άλλη η Βενιζέλου, ο αριστοκρατικός δρόμος με τα καταστήματα. Ενωνονταν με μια μεγαλη γεφυρα.

Πολλές φορές με τις φίλες μου περνούσαμε τα βραδάκια εκεί. Εγώ έσκυβα και χάζευα τα νερά του. Μου άρεσε να τον βλέπω να κυλά. Πότε λιγοστό το νερό και πότε αρκετά παραφουσκωμένος. Η φίλη μου έλεγε: Κορίτσια σταθείτε, η Ελευθερία θέλει να δει τον ποταμό της να κυλάει υπό το σεληνόφως. Με πείραζαν, και κάθονταν στ’αλήθεια μαζί μου.

Ήμουν αθεράπευτα ρομαντική. Τον χάζευα, τον χαιρόμουν, να κυλάει πότε ήρεμα, πότε άγρια. Το Καλοκαίρι λιγοστό το νερό. Το φθινόπωρο με τις βροχές (κι έβρεχε πολύ στην Κομοτηνή) φούσκωνε. Τον χειμώνα ακόμη πιο πολύ. Αγρίευε. Θυμάμαι ήταν ημέρα Τετάρτη. Ναι Τετάρτη, γιατί το ραδιόφωνο κάθε Τετάρτη μετέδιδε το θέατρο της Τετάρτης, στις 8:30 το βράδυ και εγώ πάντα το παρακολουθούσα. Μου άρεσε. Μιας και δεν είχε θέατρο η πόλη, τουλάχιστον να ακούμε από ραδιοφώνου. Είχα ακούσει πολλά τέτοια έργα, ο γιός του ίσκιου, ο εμποράκος, οι φοιτητές, Άμλετ, Χουέντε Οβεχούνα και άλλα πολλά.

Ύστερα κοιμόμουν. Την βραδυά εκείνη, έτυχε να είμαι μόνη μου στο σπίτι, η μητέρα μου έλειπε στο Καβακλί για αγροτικές δουλειές που είχε. Θα γύριζε την άλλη μέρα για το σχολείο της. Μετά το θέατρο, άκουσα ευχάριστη μουσική και γλυκοκοιμήθηκα. Όλη την νύχτα. Δεν κατάλαβα τίποτα. Ούτε άκουσα, ούτε είδα. Ευτυχώς. Το πρωί, ξύπνησα όπως πάντα ευδιάθετη και ετοιμάστηκα για το σχολείο. Παίρνω την τσάντα μου, ανοίγω την πόρτα, και τι να δω…

Νερά, νερά, νερά να τρέχουν ορμητικά. Έμεινα εμβρόντητη. Θεέ μου! Τι ήταν αυτό; Ένα μόλις μέτρο, πέρα από την πόρτα του σπιτιού μου, το ορμητικό ποτάμι να τρέχει, να τρέχει…

Εάν περνούσε το μέτρο κι έμπαινε μέσα ίσως να είχα πνιγεί, ή ίσως να είχα πεθάνει από τον φόβο μου, μέσα στη νύχτα. Δεν είχα πάρει είδηση, όλη τη νύχτα, πως το ποτάμι μας, ο αγαπημένος μου ποταμός, είχε ξεχειλίσει, είχε πλημμυρίσει τον τόπο και έπαιρνε ότι έβρισκε μπροστά του. Τρομαγμένη και δεκαεπτά χρονών κορίτσι, άρχισα να κλαίω.

Τώρα τι γίνεται; Άνοιξα το ραδιόφωνο και άκουσα για τη πλημμύρα. Το βράδυ ψιλόβρεχε συνέχεια. Φούσκωσαν τα νερά του και σκέπασε την πόλη. Στο δικό μας σπίτι ευτυχώς δεν μπήκε ήταν μοναχικό και κάπως στην άκρη κτισμένο. Περίμενα νέα και το ραδιόφωνο έλεγε πωε το κακό ευτυχώς πέρασε. Να μείνουμε στα σπιτια μας όλοι. Όλο και μετέδιδε νέα.

Κάποιοι πνίγηκαν, κάποιοι αρρώστησαν και κάποιοι είχαν τα νερά μέσα στα σπίτια τους, δυο μέτρα. Εγώ περίμενα. Η μητέρα μου έλειπε, είχα την αγωνία της. Ευτυχώς ήταν στο Καβακλί. Τρόμαξε, αγωνιούσε κι αυτή για μένα. Ο στρατός, η χωροφυλακή με τα συνεργεία διάσωσης. Η πλατεία ήταν μια λίμνη και κυκλοφορούσαν με βάρκες. Της θείας μου το σπίτι ένα αρχοντικό απέναντι από το Μ.Πάρκο είχε νερά δυο μέτρα. Είχαν σκεπαστεί έπιπλα, κιλίμια, χαλιά.

Κάποιος νομομηχανικός φίλος του θείου μου, ο κύριος Φιλίας, επικεφαλής, φρόντισε να φέρει την μητέρα μου στο σπίτι. Ευτυχώς, δεν πάθαμε κακό. Τα σχολεία φυσικά έκλεισαν. Τα νερά κόπασαν και σιγά-σιγά, άρχισαν να υποχωρούν, αφήνοντας πίσω παχύ στρώμα λάσπης. Οι νυκοκοιρές σαν από την Κιβωτό του Νώε έβγαζαν τα πράγματα τους στον ήλιο να στεγνώσουν. Όλη η Ελλάδα, όλες οι πόλεις, έστειλαν βοήθεια στους πλημμυροπαθείς. Τρόφιμα, κουτιά ολόκληρα από γάλα, πακέτα με σταφίδες και πορτοκάλια. Τρώγαμε για μήνες… Η πόλη για έναν μήνα είχε νεκρωθεί.

Περπατούσαμε βουλιάζοντας στις λάσπες. Πολλοί άρπαξαν την ευκαιρία, κοντά στα χρυσοχοεία και έψαχναν μέσα στις λάσπες για κοσμήματα. Οι συμμαθήτριες μου… βρισκόμασταν τα λεγαμε, γελούσαμε λες και ήταν πανηγύρι. Τα θυμάμαι! Λες και ήταν χθες. Κι ας ήταν πλημμύρα. Ύστερα πήραν τα δάνεια. Φρόντισε η πολιτεία για τις ζημιές, για τις καταστροφές των πλημμυροπαθών. Όλοι σχεδόν πήραν άτοκα δάνεια και ξανάφτιαξαν πιο ωραίο, ότι είχε καταστραφεί.

Ο ποταμός απεδείχθει χρυσός, για αυτό και ονομάστηκε Χρυσοπόταμος. Στην πλημμύρα, πέρασα από την Βενιζέλου και είδα την αγαπημένη μου γέφυρα, γκρεμισμένη, είχε καταστραφεί. Κάτι έσπασε μέσα μου. Πάει, χάθηκε είπα. Χάθηκε μαζί με τη πλημμύρα, η ρομαντική γέφυρα. Πέρασε καιρός και οι μηχανικοί έφτιαξαν έργα, άλλαξαν την κοίτη του ποταμού. Πάντως σκέπασαν τον ποταμό. Ο ποταμός μου εξαφανίστηκε, σκεπάστηκε με όμορφα παρτέρια, πάρκα και δεν τον ξανάδα ποτέ πια. Χάθηκε από τον χάρτη της πόλης.

Έλειψα χρόνια από την πατρική μου γη που τόσο αγαπώ. Σήμερα πηγαίνω και μου φαίνονται όλα διαφορετικά, αλλιώτικα. Άλλαξε η πόλη. 60 σχεδόν χρόνια από τότε… Τώρα έχει την όψη μεγαλούπολης. Καινούργια κτίρια, πολυκατοικίες, Πανεπιστήμιο, δρόμοι μεγάλοι, λεωφόροι με πάρκα. Το ποτάμι, ίσως κρυμμένο βαθειά, κυλάει ήρεμο.

Κάθε φορά που πάω στην πατρίδα μου, στην αγαπημένη γενέθλια γη μου, ξαναζώ τις μέρες εκείνες. Και κάθε φορά ευχαριστώ τον Θεό, που ο καλός μου ποταμός πέρασε δίπλα μου φουρτουνιασμένος στα δεκαεφτά μου, με προσπέρασε και δεν με άγγιξε. Μ’ένα μέτρο διαφορά. Ένα μέτρο μακριά μου. Γιατί ήξερε πόσο τον αγαπούσα. Πόσο τον χαιρόμουν να κυλάει στις φεγγαρόλουστες βραδιές. Ακολούθησε την πορεία του, μας τρόμαξε και έφυγε. Τι έφταιγε;

Η κοίτη του ήταν στενή, φούσκωνε, ξεχείλισε, ξεχύθηκε για μια και τελευταία φορά. Ύστερα μας είπε αντίο. Όπως αντίο μας είπαν και τα όμορφα μαθητικά μας χρόνια. Τώρα δεν υπάρχει πια. Υπάρχουν όμως οι μνήμες. Οι κοριτσίστικες μνήμες, που χαροποιούν την ψυχή, όσο κι αν το παρελθόν είναι μακριά. Πάντα, όσο ζούμε το παρελθόν θα μας αγγίζει, γιατί είναι δικό μας, κατάδικό μας, γιατί το ζήσαμε…

ΤΕΛΟΣ


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.9
4,9 rating
4.9 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 12 αξιολογήσεις)
Τέλειο92%
Πολύ καλό8%
Μέτριο0%
Φτωχό0%
Απαίσιο0%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο ποταμός Φιλιούρι (Μπουκλουτζάς) – Της Ρίτσας Μπαλκουρανίδου

  • 16/10/2018, 17:12
    Permalink

    Η ιστορία της πόλης μας σε τρυφερές κοριτσίστικες αναμνήσεις ❤Ευχαριστούμε❤

    Σχολιάστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


Scroll Up