Ο πρωτοκλέφτης του χωριού μας (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΟ πατέρας του από νωρίς κατάλαβε ότι ήταν τεμπέλης. Του ‘δωσε μερικά χωράφια και τον χώρισε από τη φαμίλια αφού πρώτα τον πάντρεψε. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους πρώτους προέδρους της κοινότητάς μας μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Ο κανακάρης του λεγόταν Ήλος και του αράδιασε εφτά εγγόνια. Η δουλειά δεν του πολυάρεσε, τα εφτά παιδιά του όμως έπρεπε να φάνε. Έτσι ο Ήλος βρήκε τη λύση που δεν ήταν άλλη από το να μπαίνει στα σπίτια την «κατάλληλη» ώρα και να ξαφρίζει τα νοικοκυριά.

Οι κουνιάδοι του ήταν καλοστεκούμενοι οικονομικά, είχαν καλό βιός, τόσο σε ζωντανά όσο και σε χωράφια, συγκριτικά βέβαια με τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού. Ο Ήλος πίεσε τα κουνιάδια του για μερίδιο στην περιουσία τους, που ανήκει στην αδελφή τους. Τα αδέλφια της δεν αρνήθηκαν και την έδωσαν το μερίδιο της, το οποίο το είχαν αγοράσει.

Η αδελφή τους βέβαια δεν έπαψε κάθε φορά που είχε δυσκολίες να καταφεύγει στα αδέλφια της, να καταριέται την τύχη της, να κατηγορεί τη μάνα της για τον άντρα που της διάλεξε, τον Ήλο. Έτσι ζητούσε βοήθεια για να «μη πεθάνουν τα παιδάκια της».

Ο Ήλος, ένα από τα πρώτα σπίτια που ξαλάφρωνε συστηματικά και κάθε χρόνο μάλιστα, ήταν το σπίτι των κουνιάδων του. Πήγαινε στο σπίτι τους ντεμέκ σαν επισκέπτης και όταν έφευγε δεν έβγαινε από την είσοδο αλλά κρυβότανε στο ισόγειο όπου ήταν το κελάρι και από εκεί έπαιρνε τα βαρέλια με τυρί, κρέας παστό, έκλεβε το μαλλί και ότι μπορούσε να φαγωθεί ή να πουληθεί. Τα ίδια έκανε και σε άλλα σπίτια, μόνο που στα ξένα σπίτια δεν το έκανε τόσο φανερά όσο με τους κουνιάδους του.

Όταν τον αντιλαμβάνονταν ή τον συλλάμβαναν, είχε το επιχείρημα ότι η οικογένεια του ήταν πολυμελής και γι’ αυτό το έκανε: «Πως να ζήσω τα εφτά παιδιά μου;», έλεγε. Ένα βράδυ ανέβηκε στο πιο ψηλό σπίτι του χωριού και χρησιμοποίησε τριχιά με την οποία κατέβαζε τα κλεμμένα. Από κάποιον θόρυβο όμως ξύπνησε ο νοικοκύρης και ο Ήλος πάνω στη βιασύνη του να κατέβει δεν έπιασε σωστά τη τριχιά και βρέθηκε φαρδύς-πλατύς στο έδαφος! Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού τον τσάκωσαν και τον έδειραν ενώ αυτός περίμενε να τον βοηθήσουν να σηκωθεί!

Με τέτοια και με παρόμοια κατάφερε να αποκτήσει το όνομα του πιο πετυχημένου κλέφτη του χωριού. Έλα όμως που και άλλοι ήθελαν να του μοιάσουν και να πάρουν αυτοί τον τίτλο του πρωτοκλέφτη. Ήταν ένας κλέφτης που κι αυτός ήταν καλός και πετυχημένος, αλλά ο Ήλος δεν τον παραδεχόταν σαν καλύτερό του.

Ο κλέφτης, θέλοντας να τεστάρει τον Ήλο, έβαλε στοίχημα μαζί του: «Αν καταφέρεις να με κλέψεις, ότι πάρεις δικό σου και θα παραδεχτώ πως είσαι ο καλύτερος…», του είπε. Ο Ήλος δέχτηκε την πρόκληση και του λέει: «Απόψε θα σε κλέψω. Αν με πιάσεις χάνω το στοίχημα, αν όμως δεν με πιάσεις, μόλις βγω από την πόρτα του σπιτιού σου, μου ανήκουν όλα όσα έχω πάρει…»

Εκείνη τη νύχτα ο Ήλος παραμόνευε κοντά στο σπίτι του κλέφτη και κάποια στιγμή που ακόμα δεν είχαν ασφαλίσει με την αμπάρα την πόρτα, μπήκε στο σπίτι και χώθηκε κάτω από τη σκάλα και σκεπάστηκε με κάτι σαμάρια και κουρέλια που υπήρχαν εκεί. Ο ιδιοκτήτης παραφύλαγε και μόλις άκουσε θορύβους κατέβηκε, έψαξε παντού αλλά δεν τον έβρισκε τον Ήλο. Έτσι σκέφτηκε πως θα ήταν κάποια γάτα και αμπάρωσε την πόρτα και ανέβηκε σχεδόν ήσυχος να κοιμηθεί.

Ο ήρωάς μας περίμενε αρκετή ώρα μέχρι να αποκοιμηθεί ο ιδιοκτήτης και έπειτα βγήκε από τη κρυψώνα του για να δράσει. Γέμισε ένα τσουβάλι με βρίζα από τα αμπάρια που ήταν δίπλα από τη σκάλα στον προθάλαμο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Όταν βρέθηκε στην αυλή, ταχτοποίησε σε μια γωνιά της αυλής το τσουβάλι με τη σίκαλη και ξαναγύρισε στην εξώπορτα και την χτύπησε νυχτιάτικα.

Ο ιδιοκτήτης τον περίμενε μεν αλλά τον είχε πάρει ο ύπνος και πετάχτηκε αλαφιασμένος, κατέβηκε του σκοτωμού τις σκάλες και βρέθηκε στην αυλή όπου τον περίμενε χαμογελαστός ο Ήλος με το γεμάτο τσουβάλι. «Αυτό είναι δικό μου…», είπε ο Ήλος και φορτώθηκε το τσουβάλι στη πλάτη, έκανε μεταβολή και κίνησε να φύγει. «Είσαι ασυναγώνιστος είπε ο άλλος…», έκλεισε την εξώπορτα κι έκλαιγε την χαμένη βρίζα ενώ ο Ήλος είχε εξασφαλίσει το ψωμί των παιδιών του για ένα μήνα τουλάχιστον…

Ο Ήλος κάποτε έκλεψε το μεγαλύτερο μπακάλικο του χωριού και εξαιτίας αυτού του γεγονότος άρχισε να γίνεται συμπαθής σε όλους τους συγχωριανούς του. Πιθανόν για αυτή τη δουλειά να είχε συνεργάτες. Η συμπάθεια δεν γεννήθηκε επειδή έκλεψε τον μπακάλη αλλά γιατί είχε κλέψει τα βιβλία που έγραφε ο μπακάλης τα βερεσέδια.

Κάποια μέρα είδε να ξεφορτώνουν τενεκέδες με τυριά στο σπίτι του γανωτή και σιδερά για να τα σφραγίσει με καλάι. Είδε ο Ήλος τα τυριά αλλά τον είδε ο γανωτής ότι τα είχε προσέξει. Ο γανωτής το βράδυ ασφάλισε καλά τις πόρτες και τα παράθυρα κι έπεσε για ύπνο, σίγουρος ότι κανένας δεν μπορούσε να μπει. Το σπίτι του γανωτή ήταν αρκετά πρόχειρο. Δυο δωμάτια είχε το ένα, ήταν κατοικία για αυτόν και τα παιδιά του, και το άλλο εργαστήριο αταβάνωτο. Τα τυριά βρίσκονταν στο εργαστήριο που είχε ένα υποτυπώδες καμίνι με φυσερό, αμόνι, τσιμπίδες κ.α.

Ο Ήλος ανέβηκε στη στέγη του σπιτιού, αφαίρεσε μερικές πλάτες από σχιστόλιθο, έδεσε δυο τριχιές στα δοκάρια του αταβάνωτου εργαστηρίου και κατέβηκε μέσα. Έδεσε ένα δοχείο στη μια τριχιά και με την άλλη ανέβηκε πάνω στη στέγη και άρχισε να τραβάει το δεμένο δοχείο με την άλλη τριχιά. Τοποθέτησε τις πλάκες που είχε αφαιρέσει πάλι στη θέση τους στη στέγη και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Την άλλη μέρα ο γανωτής μετρούσε και ξαναμετρούσε τα δοχεία και του έβγαιναν λειψά. Μαθεύτηκε η κλοπή και όλοι ήξεραν ποιός το έκανε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να το αποδείξει.


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up