Ο Χρήστος που έφυγε νωρίς… (Π.Βότσης)

«Αυτού του νέου τ’όνομα στο χιόνι ήταν γραμμένο, το πήρε ο ήλιος κι έλιωσε και το νερό εχάθη…»

Στην αυλή των Σαλαμάνηδων παίζαμε ξέγνοιαστα πολλά παιδιά, οπότε ένας μπάρμπας κοντός, ντυμένος με την τοπική ενδυμασία, σταμάτησε το κάρο του δίπλα από την αυλή, ήρθε κοντά μας κρατώντας τη βουκέντρα, σβέρκωσε τον οκτάχρονο τον Χρήστο και τον έσερνε μαζί του.

Ο Χρήστος διαμαρτυρόταν οπότε ο μπάρμπας του’ριξε μερικές σφαλιάρες και ο Χρήστος άρχισε να κλαίει και του’πε με δυνατή φωνή: «Με ποιό δικαίωμα με χτυπάς; Δεν είσαι ο πατέρας μου αλλά ο πατριός μου!»

Αυτά γίνανε το 1948 πριν εκκενωθεί αναγκαστικά το χωριό μας λόγω του Εμφυλίου. Τον Χρήστο τον ξανά’δα το 1950, ήταν συγγενής μου. Τον έβλεπα συνέχεια στο σχολείο της Αχλάδας και μετά το 1951 βόσκαμε τ’αγελάδια μας αρχικά στις αυλές του ακατοίκητου χωριού μας και στη συνέχεια στο βουνό.

Κάποια μέρα έφερα ένα ρολόι τσέπης του πατέρα μου, χαλασμένο και το «διορθώσαμε» κι έτσι ποτέ δεν ξαναδούλεψε. Χαρακτηριστικά μου είπε τότε: «Αφού το φτιάχνω γιατί δεν δουλεύει;».

Όταν μεγαλώσαμε λίγο κάναμε παρέα και καπνίζαμε στα κρυφά τσιγαράκια. Τα παιδιά για να αγοράσουμε τσιγάρα τσοντάραμε όλοι και είχαμε κρύπτες που τις ξέραμε μόνο εμείς, μόνο που ο Χρήστος μας «έριχνε» γιατί αφαιρούσε τα περισσότερα τσιγάρα και μάλιστα μας το δικαιολογούσε ότι το έκανε για να καπνίζουμε λιγότερα αφού είμασταν μικρότεροι και τα πολλά τσιγάρα θα έβλαπταν την υγεία μας, ενώ ο ίδιος τα είχε συνηθίσει και δεν του’καναν κακό.

Όταν ο Χρήστος ήταν μεγάλο παιδί, ο πατριός του τον έβαλε να βόσκει τα αγελάδια του χωριού, πότε με τον Πέτρο, πότε με τον Λάκη. Κι όταν μεγάλωσε περισσότερο μπήκε στα χωράφια κι έκανε όλες τις δουλειές. Ήξερα ότι ο Χρήστος μας περνούσε όλους στο ρίξιμο της πέτρας (για να δούμε πόσο μακριά θα πάει) και με μεγάλη διαφορά.

Έτσι όταν έγιναν κάποιοι περιφερειακοί αγώνες, θαρρώ πως ήταν τα «Κωνσταντίνεια», τον προέτρεψα να πάρει μέρος στο ρίξιμο λίθου και δεν είχα άδικο. Ο Χρήστος βγήκε πρώτος χωρίς καν να κάνει προπόνηση, χωρίς να ξέρει τον παλμό κι ας έπιανε για πρώτη φορά τον λίθο στα χέρια του κι ας γλιστρούσε ο λίθος από τα χέρια του!

Μεγάλη φασαρία έκανε η μάνα του με τον γραμματέα της Κοινότητας όταν αυτός της είπε ότι ο Χρήστος έπρεπε να περάσει «επιλογή» για να πάει σ’ένα χρόνο στρατιώτης. «Τον θυμηθήκατε τώρα; Και πως το μεγάλωσα εγώ αυτό το παιδί χωρίς κανένας να με ρωτήσει πως τα καταφέρνω, χωρίς κανένας να ενδιαφερθεί; Χωρίς το κράτος να μου δώσει ένα φάρμακο όταν το παιδί ήταν άρρωστο. Πες τους ότι εγώ δεν τον δίνω στον στρατό!»

Αυτά είπε η μάνα στον γραμματέα και του’κλεισε τη πόρτα κατάμουτρα χωρίς αυτός να προλάβει να πει κουβέντα… Ο Χρήστος βέβαια πήγε στρατιώτης και μάλιστα δυό ολόκληρα χρόνια κι ας ήταν χωρισμένη η μάνα του χωρίς όμως να έχει πάρει διαζύγιο.

Όταν επέστρεψε ασχολήθηκε για λίγο με τη γεωργία και περιστασιακά με τον μύλο του παππού του Ηλία. Βλέποντας όμως ότι τα οικονομικά δεν έβγαιναν, μετανάστευσε και μπήκε ανθρακωρύχος στου «Βελγίου τις στοές».

Για λίγα χρόνια, γιατί στα τριάντα του, του την βίδωσε κι έφυγε. Θυμάμαι, όταν εγώ απολύθηκα από τον στρατό είχα πάει στο χωριό και πέτυχα τον Χρήστο να κάνει εκεί την άδεια των διακοπών του. Ήταν Ιούλης και οργανώσαμε μια παρέα για ψάρεμα στο ποτάμι όπως κάναμε όταν είμασταν μικρά παιδιά.

Ο Χρήστος με τις οικονομίες του από τη σκληρή και ανθυγιεινή δουλειά στο Βέλγιο κατάφερε κι έχτισε διώροφο σπίτι. Ένα βράδυ μάλιστα δε μ’άφησε να πάω στην Αχλάδα που με φιλοξενούσε η αδελφή μου (γιατί το σπίτι στο χωριό δεν το χρησιμοποιούσαμε πια). Ήταν πολύ φιλόξενος. Μ’έβαλε να κοιμηθώ στην κρεβατοκάμαρα του και μου’φερε και βιβλία για να διαβάσω.

Όταν απολύθηκα απ’τον στρατό ήμουν σχεδόν αποφασισμένος να πάω για μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία και του το είπα. Έφερε έναν χάρτη για να του δείξω που ήταν η Αγγλία και είδε ότι η Αγγλία ήταν μια δρασκελιά από το Βέλγιο. «Θα’ρχομαι κάθε Κυριακή να σε βλέπω αφού είναι τόσο κοντά», μου είπε.

Όταν βόσκαμε τα ζώα ο Χρήστος συχνά διαμαρτυρόταν για ισχυρούς πονοκεφάλους. Έδενε συνήθως ένα μαντήλι στο κεφάλιτου κι είχε πάντα μαζί του ένα μεγάλο χάπι, «καλμόλ» το λέγανε, για να το πιεί όταν τον έπιανε ο πονοκέφαλος.

Η μάνα του έλεγε ότι το κεφάλι του Χρήστου πονάει επειδή ήταν ωραίος και τον ματιάζανε… Στον γάμο του Χρήστου μαζί με τον Σωκράτη (της παρέας κι αυτός) και ξάδελφος του, είμασταν οι αρχικεραστές (κουλουκτσήδες) με τις ποδιές μας και τις καράφες με ποτό για κέρασμα.

Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια αφότου τον είδα, ο Χρήστος υπέκυψε στον καρκίνο του εγκεφάλου και τον ακολούθησε σε ένα χρόνο και η γυναίκα του η Νίνα κι αυτή από καρκίνο στα νεφρά. Άφησαν πίσω τρία παιδιά, δυό κορίτσια κι ένα αγόρι.

Τα παιδιά τους ήταν πολύ μικρά και βρήκαν καταφύγιο και φροντίδα και στοργή στους γονείς της γυναίκας του, αφού η μητέρα του Χρήστου είχε πεθάνει από καρκίνο στο στομάχι ενώ ο πατερας του ήταν πολιτικός πρόσφυγας.

Δεν ξεχνάμε όλοι της παρέας τις φωνές που έβαζε στο ψάρεμα όταν ακουμπούσε κάποιο ψάρι. Μας καλούσε όλους να τον βοηθήσουμε και όταν φτάναμε μας έλεγε ότι αργήσαμε και τα ψάρια είχαν φύγει. Ποτέ δεν εξακριβώσαμε αν όντως κρατούσε κάποιο ψάρι ή αν είχε στο μέρος εκείνο ψάρια ή αν έτσι νόμιζε αυτός.

Ακόμη θυμάμαι πως μου’λεγε όταν τον έπιανε ο ισχυρός πονοκέφαλος να τον χτυπήσω δυνατά με το βοσκοράβδι του, που ήταν πιο βαρύ απ’το δικό μου, μήπως και ανοίξει το κρανίο του και φύγει το κακό που τον βασάνιζε αλύπητα.

Ήταν δυνατό παιδί ο Χρήστος και το ήξερε, αφού νικούσε στην πάλη και μεγαλύτερους του. Μια μέρα που καθόμασταν όλοι μας κάτω από τον ίσκιο μιας γκορτσιάς και κολατσίζαμε το ψωμοτύρι μας και γύρω μας τα σκυλιά να μαζεύουν τα σάλια τους, ο Χρήστος ξάπλωσε κάτω και απευθύνθηκε σε μένα που ήμουν ο μικρότερος της παρέας.

«Με το βοσκοράβδι σου και με όση δύναμη θέλεις χτύπα με στο κεφάλι και δεν θα πάθω τίποτα κι αυτό γιατί σήμερα δεν έχω πονοκέφαλο και νιώθω πολύ δυνατός…»

«Και πως θα το καταφέρεις; Ξέρεις ότι αν σε χτυπήσω στο κεφάλι μπορεί να σε σκοτώσω;», τον ρώτησα. «Θα σφίξω τα δόντια μου κι όχι μόνο δεν θα πάθω κάτι αλλά ούτε καν θα πονέσω. Τα βόδια και τα γαϊδούρια δεν τα χτυπάμε; Παθαίνουν κάτι;», μου είπε.

«Σίγουρα γιατί φυλάγονται και φεύγουν κι εξάλλου ζώα είναι και δεν έχουν λαλιά να μας πούνε αν πονάνε.», του απάντησα. Ευτυχώς δεν πείστηκα να κάνω κάτι τέτοιο…

Πέτρος Βότσης

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 2014

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 186 αξιολογήσεις)
Τέλειο87%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό2%
Απαίσιο5%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up