«Πατέρα όταν γεράσεις…» (Π.Βότσης)

Κοινοποιώντας δείχνεις το ενδιαφέρον σου...

«Όταν ένας Εσκιμώος γέροντας αντιλαμβανόταν ότι ήταν ανήμπορος, εγκατέλειπε το σπίτι του (ιγκλού) παίρνοντας μαζί του μια γούνα, απομακρυνόταν, ξάπλωνε στον πάγο κι όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, λόγω του παγετού, είχε πεθάνει. Βρίσκει ένα γλυκό θάνατο…»

Ο μπάρμπα-Ντόνες όργωνε με το μουλάρι του πολύ κοντά στο χωριό κι είπε να πάρει μαζί του τον μικρό γιο του Βάγγο. «Πρέπει να μαθαίνει το παιδί», έλεγε.

Ο Βάγγος είχε πάρει μαζί του το κυνηγόσκυλό τους κι έχοντας για «όπλο» ένα ραβδί τριγυρνούσε στα γύρω χωράφια, έριχνε πέτρες στους θάμνους και τα βάτα παροτρύνοντας τον σκύλο του να ξετρυπώσει κανά λαγό, ενώ αυτός έβαζε το ένα άκρο του ραβδιού στον ώμο μπροστά, έκλεινε το ένα μάτι, σημάδευε κι ετοιμαζόταν να «πυροβολήσει», μόνο που το «μπαμ» του «όπλου» ακουγόταν από το στόμα του…

Γυρνούσε μετά από λίγο κοντά στον πατέρα του και του ‘λεγε, πως αν τού ‘δινε το δίκαννο του όπλο και υπήρχαν λαγοί, θα σκότωνε τουλάχιστον πέντε, όμως …»ο σκύλος μας είναι τεμπέλης και δεν ψάχνει όπως θα έπρεπε να κάνει ένα καλό κυνηγόσκυλο…»

Έπειτα ο μικρός εκείνη την ημέρα ακολούθησε τον πατέρα του καθώς με το άροτρό του αυλάκωνε το χωράφι παροτρύνοντας κι αυτός με φωνές, όπως ο πατέρας του το μουλάρι, όταν μείωνε τον ρυθμό των βημάτων του. Όταν κουραζότανε, πήγαινε και άραζε κάτω από μια κορομπουλιά. Ο Βάγγος ήταν δεν ήταν πέντε χρονών.

Κάποια στιγμή ο μπάρμπα- Ντόνες σταμάτησε, για να κάνει τσιγάρο και πήγε κάτω από την κορομπουλιά, όπου σ’ έναν τορβά κρεμασμένο στο δέντρο βρίσκονταν τα τσιγάρα του και το μεσημεριανό φαγητό τους. Βρήκε τον Βάγγο αρκετά σοβαρό κι έδειχνε πως κάτι σκεφτόταν.

«Τι σκέφτεσαι ρε Βάγγο και είσαι τόσο προβληματισμένος;»

«Σκέφτομαι τι θα σε κάνω, όταν γεράσεις!»

«Εσύ θα κάνεις ό,τι κάνω εγώ τώρα κι εγώ θα κάνω ό,τι κάνεις εσύ τώρα…»

«Ναι, αλλά εμένα δεν θα μου χρειάζεσαι. Τώρα οργώνεις, δουλεύεις και μας φέρνεις λεφτά. Όταν γεράσεις δε θα μπορείς να κάνεις τίποτα απ΄αυτά…»

«Και τί θα με κάνεις σαν γεράσω;»

«Εγώ σκέφτομαι κι αποφάσισα να σε σκοτώσω!»

«Και πώς θα με σκοτώσεις;»

«Επειδή το όπλο που έχουμε στο σπίτι είναι δικό σου και δεν μου το δίνεις, εγώ λέω να σε σφάξω με το τσεκούρι.»

«Ώστε έτσι πρέπει να κάνουν τα παιδιά με τους γονείς τους, όταν γεράσουν;»

«Για τον πατέρα λέω εγώ, όχι για τη μητέρα…»

«Μα και η μητέρα σου θα ΄χει γεράσει κι αυτή και δεν θα μπορεί να δουλεύει…»

«Τι λες; Η γιαγιά μαγειρεύει, πάει στον κήπο , ενώ οι παππούδες ούτε μαγειρεύουν ούτε στον κήπο πάνε.»

«Τότε πρέπει να κρύψω το τσεκούρι…»

«Όταν γεράσεις, εγώ θα κόβω τα ξύλα και θα το’χω το τσεκούρι όποτε θέλω.»

«Εγώ τόσα χρόνια που σε μεγαλώνω και σε φροντίζω, όλα θα τα διαγράψεις και θα τα ξεχάσεις; Δε μου χρωστάς για όλο αυτό τίποτα;»

«Εγώ είμαι μικρός κι εγώ δεν έχω λεφτά να δώσω κι όταν μεγαλώσω θα κάνω δουλειές, ενώ εσύ , όταν γεράσεις δεν θα μπορείς να κάνεις τίποτα.»

«Πού είδες εσύ και πότε άκουσες να σκοτώνουν τα παιδιά τον πατέρα τους;»

«Τι λες; Ξέχασες το περσινό καλοκαίρι που σκότωσε ένας γιος τον πατέρα του στην Αχλάδα και μάλιστα με τσεκούρι;»

«Κι ύστερα σου λένε: κάνε παιδιά να δεις καλό…», είπε ο μπάρμπα-Ντόνες, που αποτελείωσε το τσιγάρο του και σηκώθηκε να συνεχίσει το όργωμά του.

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ, Νοέμβρης 2014

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 402 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up