«Σε ποιόν χρωστούσε ο… Διγενής Ακρίτας;» – ΗΧΩλόγιο

Ετούτο το σημείωμα, αγαπημένοι μου, θεωρείστε το συνέχεια του προηγούμενου. Με δημοτικό τραγούδι καταπιάστηκα στο προηγούμενο, με δημοτικό τραγούδι θέλω να συνεχίσω. Το πήρα απόφαση να ξεφράζω τα αυλάκια που με συνδέουν με την παράδοση. Τα δημοτικά τραγούδια, αγαπημένοι μου, όπως είπαμε, μιλάνε συχνά για βασιλοπούλες, για παλάτια και χρυσάφια και μαργαριτάρια, για ανδραγαθήματα ηρώων, για τη σκληρή καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Εκεί, λοιπόν, που είναι κανείς απολύτως σίγουρος πως, διαβάζοντας τους στίχους του λαϊκού ποιητή, θα μάθει για θρύλους, δράκοντες και θεόρατους ήρωες ή αντιήρωες, που «μέσα στα ρουθούνια τους βόδια ‘χουν σταλισμένα», εκεί που είσαι, με λίγα λόγια, έτοιμος να πληροφορηθείς για πράγματα απίθανα, απίστευτα και εξωανθρώπινα, εκεί που βλέπεις να χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό το τέχνασμα της υπερβολής και το σχήμα του αδύνατου, εκεί που πιστεύεις πως τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι τίποτε άλλο από έμμετρα παραμύθια, ξεπηδούν ξαφνικά μέσα από τους στίχους τους κομμάτια ωμής ιστορικής ή κοινωνικής πραγματικότητας.

Και έτσι απλά και αυθόρμητα όπως σου δίνονται, σε αφήνουν άφωνο και σε καθηλώνουν. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις δημοτικών τραγουδιών όπου συμπλέκονται ο μύθος με την πραγματικότητα και η φαντασία με τον ρεαλισμό, είναι αυτά που είναι αφιερωμένα στον θάνατο του Διγενή. Οι αρχικοί στίχοι αυτών των τραγουδιών έχουν αφήσει τα ίχνη τους στη συλλογική μνήμη και είμαι σίγουρη, αγαπημένοι μου, πως τη στιγμή που διαβάζετε τούτες τις αράδες, τους ανακαλείτε και τους σιγοψιθυρίζετε:

«Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γης ανατρομάσσει/ βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο απάνω κόσμός/ κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια/ κι η πλάκα τον ανατριχά πώς θα τονε σκεπάσει…/ πώς θα σκεπάσει τον αϊτό τση γης τον αντρειωμένο…».

Από παραλλαγή σε παραλλαγή, ανάλογα με τον τόπο αλλά και με τον χρόνο, που λειτουργούν σαν κινητήρες της έμπνευσης, θίγονται καινούρια ζητήματα. Και είναι στ’ αλήθεια απροσδόκητο, αλλά και συναρπαστικό, να διαβάζεις τραγούδια για τον θάνατο του Διγενή, αυτού του μέγιστου ήρωα, και να βλέπεις πως ο χάρος, αυτός που κατάφερε να τον νικήσει με δολιότητα στα μαρμαρένια αλώνια, αυτός ο ίδιος τον επαναφέρει βίαια στην κοινωνία των απλών ανθρώπων, σαν μέγας εξισωτής:

Τον ξανακάνει έναν απ’ όλους, ακριβώς όπως τον ομηρικό Αχιλλέα στη «Νέκυια» της «Οδύσσειας», ή μάλλον χειρότερα, γιατί τη στιγμή που ο Διγενής αφήνει τον μάταιο και φθαρτό τούτο κόσμο νικημένος από τον χάροντα, συνειδητοποιεί κάτι τραγικό. Συνειδητοποιεί ότι, περνώντας τη ζωή του από ανδραγάθημα σε ανδραγάθημα και από ηρωισμό σε ηρωισμό, παραμέλησε τα… οικονομικά του και αφήνει πίσω του την οικογένειά του όχι απλά φτωχή, αλλά χρεοκοπημένη!

Η γυναίκα του και τα παιδιά του, ορφανοί από καθετί ηρωικό που τους έδινε αξία και υπόσταση, τώρα πια δεν είναι τίποτε άλλο παρά ταπεινοί, ή χειρότερα, ταπεινωμένοι χρεοφειλέτες. Οι δανειστές δεν συγκινούνται από ηρωισμούς, ούτε νοιάζονται για τους ήρωες. Οι δανειστές εμφανίζονται την ώρα της ταφής και απειλούν με κατάσχεση αυτών που έχουν απομείνει από την περιουσία του Διγενή και ζητούν την εκποίησή της.

Τα χρέη, οι δανειστές, οι χρεοφειλέτες, οι κατασχέσεις, οι εκποιήσεις, οι πλειστηριασμοί, όλα τούτα, αγαπημένοι μου, είναι όροι σκληρότατοι, και είναι η καθημερινότητα που ζουν πάμπολλοι αναγκεμένοι και απελπισμένοι άνθρωποι στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Ωστόσο, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι μεν όροι της εποχής αλλά έρχονται από πολύ παλιά και η πληροφορία μας δίνεται από εκεί που πιθανόν δεν το περιμέναμε, από περιοχές της δημοτικής ποίησης. Ίσως για να μας πουν ότι στην ανθρώπινη ιστορία μερικά πράγματα μένουν ασάλευτα και ανεπηρέαστα.

Ο Νικόλαος Πολίτης έχει συγκεντρώσει δεκάδες παραλλαγές του τραγουδιού «ο Θάνατος του Διγενή». Σας παραθέτω τους τελευταίους στίχους της παραλλαγής όπως τραγουδιέται στη Ρόδο:

«Που θα πεθάνω ε χολιώ, χολιώ μ’ αυτά που φήνω./ Που φήνω δυο αρφανά παιδιά, άουρον και κορίτσι./ Και φήνω και λιγάκι χριός, χίλιες χιλιάδες άσπρα,/ και φήνω και λιγάκι βιός, χίλι’ αρκατών αμπέλι»./ Ο Διενής επέθανεν και πάσι να το χώσου,/ πάσι κι οι χριοφελέτες του τ’ αμπέλιν να πουλήσου,/ πάσι και τα μικρά παιδιά να το ποχαιρετήσου./ Μπαίνουν στη μέσην κλαίσιν το,/ στην άκριαν ναστενάζου./ «Αχ, αμπελάκι μου χρουσόν, του κόσμου ζουλεμένο,/ τώρα π’ α σε πουλήσουσιν, εμείς τι α γενούμε;»/ Τότες τ’ αμπέλιν τ’ άλαλον απιλογιάν τις δίει:/ «Ας με κλαδέψου γέροντες, με σκάψουν παλικάρια,/ ας με καρπολοήσουσιν τ’ απάρθενα κορίτσια,/ τότες τα τριάντα δυο βουτσιά κρασί θα τα γιμώσω/ κι απού τα ποτσαμπούρια μου το χριός θενά το δώκω»».

Για όσους δυσκολεύονται κάπως να κατανοήσουν την ντοπιολαλιά: χολιώ σημαίνει στεναχωριέμαι, απιλογιά είναι η απάντηση, βουτσιά τα βαρέλια, ποτσαμπούρια τα τσάμπουρα, αρκάτες οι εργάτες, οι δε χριοφελέτες είναι οι δανειστές εδώ, όχι οι δανεισθέντες, όπως στις μέρες μας. Και έρχεται, λοιπόν, αγαπημένοι μου, το δημοτικό τραγούδι να μας πει ότι ο Διγενής, που νίκησε τον χάροντα, χρωστούσε στους ανθρώπους, αλλά και κάτι άλλο που ήδη γνωρίζουμε: πως μόνο αν συνδυαστεί η πείρα και η νιότη και πως αν δουλευτεί ό,τι όντως μας ανήκει, αυτό τ’ αμπελάκι μας, μόνο τότε θα υπάρξει φως.

Πώς όμως έφτασε ο Διγενής να χρωστάει τον ουρανό με τ’άστρα, αφού το «λιγάκι χρέος» του είναι χίλιες χιλιάδες άσπρα; Το δημοτικό σπάνια αφήνει κενά ή σκοτεινά σημεία. Αν μια παραλλαγή αφήνει εκκρεμότητες, θα εξηγηθεί από κάποια άλλη. Από τις παραλλαγές που δημοσιεύει ο Πολίτης, πέντε δείχνουν πώς μπορεί να προκύψει υπέρογκο χρέος, που καταντάει δούλο τον χρεοφειλέτη (γιατί όχι και τις χώρες) και ποιοι έχουν τη δύναμη και τη βούληση να οδηγούν τους ανθρώπους σε χρεοκοπία, για να τους έχουν του χεριού τους.

Σε δύο πελοποννησιακές παραλλαγές, μία από την περιοχή της Ευρυτανίας, μία ηπειρώτικη και μία από την Ανατολική Ρωμυλία, φαίνεται πως ο υπαίτιος είναι ο κοτζάμπασης ή ο προεστός ή ο γέροντας ή ο δημογέροντας ή ο τζορμπατζής, χαρακτηρισμοί που κολλούσαν στους γαιοκτήμονες και τους πρόκριτους. Μας λέει λοιπόν το δημοτικό τραγούδι, πως από τότε υπεύθυνοι για τα χρέη του κοσμάκη είναι οι έχοντες και κατέχοντες.

Εξομολογείται, π.χ., το κρίμα του ένας αυθεντικός φορομπήχτης εκείνου του καιρού (η λέξη δεν είναι μόνο του καιρού μας, μαρτυρείται από το 1892):

«Εκείνον τον παλιόν καιρόν και το παλιόν ζαμάνι,/ μ’ είχεν η χώρα προεστόν, μ’ είχεν η χώρα πρώτον./ Κι αντ’ άριχνα το δόσιμο και το βαρύ τεφτέρι,/ δέκα στους πλούσιους έριχνα, στις χήρες δεκαπέντε,/ στη δόλια τη φτωχολογιά έριχνα τριάντα πέντε».

Όπου δόσιμο, το νιώθετε, είναι ο φόρος. Με λίγα λόγια: «Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα!» Όχι, για να μη μου λέτε, αγαπημένοι μου, πως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται…

Με αγάπη εύα


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 390 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up