Συνέντευξη με τον Δημήτρη Δοστίν τον «Θεόφιλο της Φλώρινας»

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα ΗΧΩ Φλώρινας την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009.

Πρόσωπα & Ιδέες - Αυγή Κύρκου

Ο 80χρονος λαϊκός καλλιτέχνης Δημήτρης Δοστίν μένει στη Σκοπιά σε ένα διώροφο, εκπληκτικής ομορφιάς, παραδοσιακό κτήριο, παρέα με τις γάτες του. Εκεί τον συνάντησα και κάναμε μια πραγματικά απολαυστική κουβέντα.

Συνεντεύξεις - Πρόσωπα & ιδέες

K. Δημήτρη, το επίθετό σας είναι Δοστίν. Μου ακούγεται κάπως περίεργο.

Άκουσε να σου πω: Το πραγματικό μου επίθετο δεν ήτανε αυτό. Αυτό μου το κολλήσανε από τη γιαγιά μου. Τη γιαγιά μου τη λέγανε Δόστα. Είχε έρθει από τη μικρά Ασία, Προύσα. Εκεί συνηθίζεται αυτό το όνομα. Λέγανε για μένα, ο Δημήτρης της Δόστας, ο Δημήτρης της Δόστας και έτσι μου έμεινε.

Έξω στον τοίχο του σπιτιού σου γράφει «Οικία Παπαγεωργίου 1920». Ποιος Παπαγεωργίου έχτισε αυτό το καταπληκτικό σπίτι;

Και πού να το έβλεπες πριν να πιάσει φωτιά! Είναι αρχοντικό σπίτι. Το σπίτι αυτό είναι κληρονομιά από τον παππού μου, τον πατέρα της μητέρας μου. Παπαγεωργίου λεγότανε. Ήταν παπάς και μπροστάρης, από τους πρώτους δασκάλους στην Αθήνα. Εδώ, σ’ αυτά τα δωμάτια φιλοξενούσαμε και δικούς σας από τη
Δροσοπηγή, όταν κάψανε το χωριό οι Γερμανοί. Καλά περάσαμε. Ήσυχοι άνθρωποι… Α, να το έβλεπες παλιά! Χάλασε με τα χρόνια. Το βάλανε και φωτιά και το αποτελειώσανε. Εσύ βλέπεις ό,τι έμεινε… Ευτυχώς που ήρθε η πυροσβεστική και το έσωσε. Σωθήκανε και μερικά πράγματα.

Αυτοί εδώ οι πίνακες μισοκάηκαν στη φωτιά;

Ναι! Μαζί με τα άλλα κάηκαν και πολλοί πίνακες. Αυτούς εδώ τους κρατάω γιατί λυπάμαι να τους πετάξω. Προσπάθησα να ξαναφτιάξω μερικούς πάλι από την αρχή, αλλά τίποτε δεν γίνεται το ίδιο…

Έχεις πάρα πολλά έργα. Πότε τα έφτιαξες όλα αυτά;

Πάμε στον επάνω όροφο να σου δείξω. Εκεί έχω τα περισσότερα. Ζωγραφίζω πολλά χρόνια. Τι νομίζεις, ότι όλα αυτά έγιναν σε μια μέρα;

Από πότε ζωγραφίζεις;

Από τότε που ήμουνα μικρός. Από το σχολείο. Ήμουνα πολύ καλός μαθητής. Καλός σε όλα. Στην ιστορία δέκα. Στη γεωγραφία δέκα. Στην καλλιγραφία δέκα. Στη ζωγραφική δέκα. Μόνο στα μαθηματικά ήμουν κάτω. Εκεί έπαιρνα πεντάρια…

Πότε γίνονταν όλα αυτά κ. Δημήτρη;

Λίγο πριν από τον πόλεμο. Αλλά και μετά. Και στην Κατοχή. Είχα μια δασκάλα, την κ. Μαρίκα. Ωραία γυναίκα και ωραία δασκάλα. Αυτή, όταν με έβλεπε να ζωγραφίζω, έλεγε ότι έχω «το θείο χάρισμα».

Τι ζωγραφίζατε;

Ζωγράφιζα ό,τι έβλεπα. Τοπία, ανθρώπους, ζώα, φρούτα, ό,τι μου έκανε εντύπωση. Ζωγράφιζα με πένα και μελάνι. Δεν είχε χρώματα τότε. Και στο σπίτι δεν είχαμε τίποτα. Αφού δεν είχα πού να ακουμπήσω το χαρτί και ξάπλωνα στο πάτωμα μπρούμυτα. Εκεί διάβαζα, εκεί έγραφα, εκεί έβαζα το χαρτί μπροστά μου και ζωγράφιζα. Μια φορά, έσταξα μελάνι, τρεις σταξιές μεγάλες και μουντζούρωσα τη ζωγραφιά μου. Η κ. Μαρίκα για πρώτη φορά μου έβαλε εφτά. Στεναχωρέθηκε. Το απόγευμα ήρθε να με δει στο σπίτι. Έφερε και χαλβά, τυλιγμένο σε μια εφημερίδα. Ποιος σου έδινε χαλβά τότε; Ακόμα τη θυμάμαι τη νοστιμιά! Αργότερα, άρχισα να σχεδιάζω με μολύβι. Είχα ανακαλύψει και μια τεχνική για να κάνω τις φωτοσκιάσεις. Έξυνα με μαχαίρι τη μύτη του μολυβιού και μ’ ένα βαμβάκι έτριβα το ξύσμα πάνω στο χαρτί, όπου χρειαζόταν.

Με το χρώμα πότε ασχολήθηκες;

Α, είναι μεγάλη ιστορία. Για πρώτη φορά ζωγράφισα με χρώματα όταν πήγα το 1950 μετανάστης στην Αμερική. Ήταν ο πατέρας μου εκεί, στο Τορόντο του Καναδά. Η μητέρα μου, μου έλεγε: «Πήγαινε στην Αμερική, γιατί έτσι όπως σε βλέπω, εδώ δεν πρόκειται να βρεις γυναίκα». Έτσι πήγα να συναντήσω τον πατέρα μου. Εκεί ζωγράφισα για πρώτη φορά με λαδομπογιές. Ωραία πράματα!

Γιατί είπατε ότι είναι μεγάλη ιστορία;

Τι να σου λέω τώρα; Θέλεις αλήθεια να τα ακούσεις; Φοβάμαι μήπως βαρεθείς…

Δημήτρης Δοστίν - Ο Θεόφιλος της Φλώρινας

Δεν πρόκειται να βαρεθώ. Μου αρέσει να σε ακούω…

Ε, τότε θα σου πω. Στο Τορόντο που είχα πάει, γνώρισα την Τζέην. Δούλευα στο ξενοδοχείο που είχε ο πατέρας της. Ήταν πολύ όμορφη. Μια μέρα καθόμουν και ζωγράφιζα. Ήμουν νέος και… ας πούμε καλός… όμορφος. Ήμουνα ψηλός και είχα σγουρά μαλλιά, ξανθά. Φορούσα και ένα καπέλο ναυτικό. Αυτή με τη φίλη της με είδαν και ήρθαν κοντά μου και με κοίταζαν. Εκεί γνωριστήκαμε. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση που ζωγράφιζα, Η Τζέην μου άρεσε πολύ. Τη ρωτάω πόσων χρόνων είναι και μου λέει ψέματα, δεκαεννιά. Δεκαεφτά ήτανε, ανήλικη. Αγαπηθήκαμε πολύ. Αυτή μου έδειξε τα χρώματα. Ο θείος της Τζέην, είχε ένα περιοδικό, το «ΣΤΑΡ ΟΥΙΚΛΥ». Μου πρότειναν να ζωγραφίζω κάθε εβδομάδα από ένα έργο. Το έβαζαν στη μέση του περιοδικού και μου έδιναν είκοσι
δολάρια.

Ποιο ήταν το πρώτο έργο που φτιάξατε με λάδια;

Ζωγράφισα πρώτα την Κλυταιμνήστρα και τη βάλανε στο περιοδικό. Αμέσως μετά την Ωραία Ελένη. Όχι για να το παινευτώ, αλλά τα έκανα πολύ ωραία. Ανακάτευα τα χρώματα, έμαθα τι βγαίνει όταν ανακατεύεις το ένα με το άλλο. Να, κόκκινο και κίτρινο βγαίνει πορτοκαλί. Το κόκκινο είναι μόνο του δεν βγαίνει από κανένα. Ούτε και το κίτρινο. Κίτρινο με μπλε βγάζει πράσινο.

Μετά τι έγινε;

Άσε, μετά είχα μπλεξίματα. Η οικογένεια της Τζέην δεν ήταν καθαροί άνθρωποι. Με έμπλεξαν. Κόντεψαν να με καθαρίσουν. Μέχρι και ναρκωτικά χάπια μου ρίξανε στον καφέ. Έφυγα άρον – άρον. Ο πατέρας μου, έβαλε όλες τις ζωγραφιές σ’ ένα μπαούλο και με γύρισε πίσω στην Ελλάδα.

Εκτός από την Κλυταιμνήστρα και την ωραία Ελένη, έχεις ζωγραφίσει και άλλες μορφές από τη μυθολογία και την Ιστορία. Βλέπω εδώ τη γοργόνα, την αδερφή του Μεγαλέξανδρου, την Μπουμπουλίνα, τη Μαντώ Μαυρογένους…

Έχω ζωγραφίσει και τον Καραϊσκάκη και τον Αθανάσιο Διάκο. Μου αρέσει η ιστορία. Τους θαυμάζω τους ήρωες. Είχα έναν θείο ήρωα. Σκοτώθηκε στο Αλβανικό μέτωπο το 1940. Από το Δάσκαλο, τον παππού μου, άκουγα ιστορίες, αλλά μου άρεσε και να διαβάζω. Έχω διαβάσει πολλά βιβλία.

Μου κάνει όμως εντύπωση κ. Δημήτρη, ότι ζωγραφίζεις… μόνο γυναίκες.

Μου άρεσαν οι γυναίκες. Μου άρεσε να τις βλέπω και να τις ζωγραφίζω. Έχω ζωγραφίσει πολλές από το χωριό με τις τοπικές ενδυμασίες. Με τις μαντίλες, στην αγορά, στο χωράφι, στη βρύση. Παντού. Ο άνδρας… πώς να το πω… είναι άχαρος! Τι να ζωγραφίσεις!

Στις γυναίκες τι σου αρέσει;

Δεν ξέρω. Τις γυναίκες τις ζωγραφίζω ωραία. Ζωγράφισα μια φίλη της γυναίκας μου. Αυτή με έβλεπε να ζωγραφίζω και απορούσε. «Πώς τα κάνεις;», μου έλεγε. «Πώς δε βαριέσαι να κάθεσαι τόσες ώρες;». Τη ζωγράφισα μια φορά που κεντούσε. Δεν έβλεπε καλά, έσκυβε πάνω στο κέντημα και ζάρωνε τα μάτια της. Έτσι τη ζωγράφισα. Όταν της έδειξα τη ζωγραφιά θαύμασε.

Την Τζέην τη ζωγράφισες;

Όχι… όχι, την Τζέην δεν τη ζωγράφισα ποτέ…

Γιατί;

Τι να σου πω; Όταν γύρισα δεν μπορούσα να τη βγάλω από το μυαλό μου. Ό,τι και να έκανα την έβλεπα μπροστά μου. Την ερωτεύτηκα πολύ. Δεν τη ζωγράφισα γιατί δε χρειαζόταν να τη ζωγραφίσω. Είχα τη ζωγραφιά της… την κουβαλούσα. Πέρασε πολύς καιρός ώσπου να την ξεχάσω. Ξέρεις πότε παντρεύτηκα; Δέκα χρόνια και βάλε, μετά… Και πάλι δεν μπορούσα να την ξεχάσω…

Τη γυναίκα σου την έχεις ζωγραφίσει;

Πάρα πολλές φορές. Τη ζωγράφιζα όταν έκανε δουλειές, όταν ύφαινε στον αργαλειό, όταν έπλενε τα ρούχα, όταν θήλαζε, όταν άλλαζε τα παιδιά, όταν τα έλουζε στη σκάφη, παντού. Μια φορά έριξε νερό πάνω στο παιδί και κόντεψε να το ζεματίσει. Ασπρίσανε τα μάτια του… Ακόμα και τότε τη ζωγράφισα και
αυτήν και το παιδί. Τη ζωγράφισα… στη βρύση, στο ποτάμι, στο χωράφι, στο μποστάνι, παντού. Μου άρεσε να τη ζωγραφίζω.

Εκείνη τι έλεγε; Της άρεσε;

Μπα. Δε το έβλεπε σαν κάτι καλό. Νόμιζε ότι χάνω το χρόνο μου. «Τι κάθεσαι και κάνεις;», μου έλεγε, «άιντε, κάνε καμιά δουλειά!». «Αν πουλήσω καμιά ζωγραφιά», της έλεγα, «τότε μπορεί να δούμε και κανένα φράγκο». Ξέρεις τότε λεφτά δεν υπήρχαν! Ό,τι παίρναμε,το παίρναμε με είδος. Δίναμε λάχανα, σιτάρι, καλαμπόκι, αυγά και παίρναμε ό,τι χρειαζόμασταν. Ό,τι δεν είχαμε. Μια φορά ένας φίλος μου, πήγε στο σινεμά «Αγγέλικα» και πλήρωσε με… ένα κολοκύθι. Φτώχια καταραμένη!

Ζωγραφίζεις μόνο ό,τι βλέπεις ή και φανταστικά θέματα;

Ζωγραφίζω και φανταστικά. Μπορεί όμως και κάτι να το έχω ιδεί παλιότερα, να μου άρεσε και να το ζωγραφίσω μετά. Όμως, όταν το βλέπεις το πράγμα, είναι αλλιώς. Δεν κάνεις λάθος. Μια φορά είδα στο γήπεδο κάτι χορευτικά συγκροτήματα. Μου άρεσαν. Μετά πήγα στο σπίτι και τα ζωγράφισα. Όμως έκανα τους χορευτές όλους ίδιους. Με το ένα πόδι κάτω και το άλλο λοξά. Όταν τον είδε ο Στερίκας ο Κούλης, γέλασε. Είπε: «Ωραίος ο πίνακας! Δεν ξέρεις αν αρχίζει ο χορός ή αν τελειώνει…!».

Τον αείμνηστο τον Στερίκα Κούλη πού τον γνωρίσατε;

Κοίτα, εγώ σχολείο δεν πήγα. Όμως, όπου άκουγα ότι γίνονται μαθήματα ζωγραφικής, ήμουνα πάντα πρώτος. Εγώ ήθελα να πάω στο γυμνάσιο. Όπως σου είπα, τα έπαιρνα τα γράμματα, αλλά η μάνα μου με έστειλε δούλο σε μια οικογένεια πλούσια. Της είπα: «Μάνα θέλω να πάω στο γυμνάσιο» και εκείνη μου είπε «Τι θα τρως εκεί που θα πας;». Στο τέλος συμφώνησα να πάω να δουλέψω ένα εξάμηνο και μετά να φύγω και να πάω στο γυμνάσιο. Πήρα μια μεγάλη βέργα και κάθε μέρα που περνούσε χάραζα και από μια γραμμή. Το ένα εξάμηνο πέρασε, ήρθε το δεύτερο, το τρίτο, η βέργα γέμισε γραμμές. Τέσσερα εξάμηνα κάθισα… Τι να σου λέω τώρα; Πολύ και σκληρή δουλειά. Γι’ αυτό, όταν άκουσα ότι ο Κούλης και ο Μπέσσας κάνουνε μαθήματα στον «Αριστοτέλη» έτρεξα. Είχε και άλλους εκεί. Τα περισσότερα ήταν κορίτσια. Αυτές δεν έρχονταν για να μάθουν. Δεν πρόσεχαν. Είχαν αλλού το νου τους. Για άλλο έρχονταν… Όταν έφυγε ο Μπέσσας, έφυγαν όλες! Έμειναν μόνο δύο κορίτσια και εγώ. Του λέω του Κούλη: «Θα σε ζωγραφίσω με τις δύο που σου έμειναν!». Έτσι τον ζωγράφισα ανάμεσα στις δύο κοπέλες…

Του άρεσε;

Τι να σου πω; Ούτε που ξέρω. Εγώ έτσι ήθελα να τον ζωγραφίσω, έτσι τον ζωγράφισα.. Ό,τι ζωγραφίζω το κάνω όπως μου έρχεται. Έκανα μια φορά έναν πίνακα με τραυματίες στο μέτωπο του σαράντα… Άκουγα ότι τους κουβαλούσαν στους ώμους και τους έσερναν χιλιόμετρα και υπέφεραν. Εγώ ζωγράφισα στο μέτωπο ένα ωραίο άσπρο ασθενοφόρο και τους τραυματιοφορείς να βάζουν τους τραυματίες μέσα στο ασθενοφόρο. Είχα απλώσει τους πίνακες στο νέο πάρκο στα «Πρέσπεια». Μου λέει ένας που τον είδε: «Καλά, στο μέτωπο υπήρχαν ασθενοφόρα;». «Εγώ το έβαλα», του λέω, «γιατί δεν θέλω να ταλαιπωρούνται οι δικοί μου τραυματίες». Μόνο όταν ζωγραφίζω τον Παρθενώνα ή το Ερέχθειο, τότε προσέχω πολύ.

Γιατί;

Ε, κι εσύ, δεν βλέπεις; Θέλει μεγάλη προσοχή. Έχει κολώνες… πώς το λένε… έχει κίονες. Πρέπει να τον κάνω όπως είναι. Να μετρήσω καλά, να μην κάνω κανένα λάθος και βάλω λιγότερους κίονες. Μήπως ξεχάσω καμία Καρυάτιδα. Να μην το δει ο άλλος που ξέρει και πει, τι έχει κάνει αυτός εδώ;

Μου άρεσε ο πίνακας με τις δυο γυναίκες που έχουν ανάμεσα τους έναν καταρράχτη. Πώς σου γεννήθηκε αυτή η ιδέα;

Θα σου πω την αμαρτία μου: Αυτή η εικόνα ήταν πάνω σε ένα κουτί σπίρτα. Την είδα και μου άρεσε. Την άλλαξα κάπως. Αφού σου το είπα. Ότι ζωγραφίζω όπως μου έρχεται. Μια φορά, ένας από το χωριό μου, μου λέει: Θέλω να μου ζωγραφίσεις τον πατέρα μου πάνω στο μουλάρι, όπως πηγαίνει στο παζάρι με τα
γκιούμια, να πουλήσει το γάλα. Κάθομαι και εγώ και ζωγραφίζω. Έκανα το δρόμο, το μουλάρι, τα γκιούμια, έκανα σπίτια δεξιά και αριστερά, έκανα δέντρα, όλα τα έκανα, αλλά τον πατέρα του δεν τον ζωγράφισα, ούτε πάνω στο μουλάρι, ούτε κάτω από το μουλάρι!

Γιατί; Είχες τίποτα με τον άνθρωπο;

Μπα, τι να έχω! Καλός άνθρωπος ήτανε. Όμως δεν μου ταίριαζε εκεί μέσα στο έργο. Το είχα γεμίσει και δε μου χωρούσε να τον βάλω και αυτόν. Το έδειξα στο γιο του. Είδε μόνο το άλογο με τα γκιούμια. Το αγόρασε αλλά δεν έμεινε και πολύ ευχαριστημένος. Αυτός ήθελε να είναι και ο πατέρας του μέσα.

Έχεις έναν δικό σου τρόπο που ζωγραφίζεις κ. Δημήτρη. Τα έργα σου, αλλά και ο τρόπος που σκέφτεσαι μοιάζουν με του Θεόφιλου. Έχεις ακούσει καθόλου γι’αυτόν; Ήταν αυτοδίδακτος όπως εσύ.

Έχω ακούσει για το Θεόφιλο. Αυτό, ότι τα έργα μου μοιάζουν με τα δικά του, μου το είπαν και άλλοι. Πήγα και τα είδα τα έργα του στο μουσείο, στο Βόλο. Δεν ξέρω… τι να σου πω… μου φαίνεται ότι… ε… κάπως μοιάζουν.

Έχεις πουλήσει έργα;

Πώς δεν έχω πουλήσει! Έχουν αγοράσει αρκετοί. Τις προάλλες, ήρθε ένας από τη Θεσσαλονίκη και αγόρασε. Οφθαλμίατρος μου είπε ότι είναι. Μου είπε αν έχω καμιά φορά πρόβλημα με τα μάτια μου, να πάω να τον βρω. Κάναμε και μερικές εκθέσεις με τον Μπέσσα, πούλησα και εκεί. Μετά κάναμε πάλι μια έκθεση
με μια Σοφία, στην «Τσαγιερί». Τι όνομα και αυτό; «Τσαγιερί»! Ο Πέπης αγόρασε έναν πίνακα και μου τον πλήρωσε καλά και άλλοι… τώρα δεν θυμάμαι.

Έμαθα ότι είσαι φοιτητής στη Σχολή Καλών & Εφαρμοσμένων Τεχνών.

Ναι, αφού σου είπα, όπου ακούω ότι γίνονται μαθήματα πάω. Όταν έγινε η Σχολή Καλών & Εφαρμοσμένων Τεχνών, πήγα πρώτος. Εγώ και μια άλλη κοπέλα. Μετά ήρθαν οι άλλοι. Ο Μπέσσας μου είπε ότι μπορώ να πηγαίνω κανονικά. Καλά είναι. Έχω δικό μου ντουλάπι που βάζω τα πράγματα. Τα πινέλα, τα χρώματα, τα μπλοκ. Προχθές μου τα κλέψανε όλα. Δε φταίει κανείς. Εγώ φταίω. Το άφηνα ανοιχτό συνέχεια. Τώρα έβαλα μυαλό. Θα το κλειδώνω τώρα, αλλά το κακό έγινε.

Τα νέα παιδιά πώς σε αντιμετωπίζουν;

Περνάω πολύ καλά με τα παιδιά. Πώς να στο πω; Περνώ φιλικά!

Κανονικά εσύ πρέπει να διδάσκεις στη Σχολή!

Ε, έτσι μου λένε μερικοί. Σε κάποια παιδιά λέω: «Κάν ’το έτσι, κάν’το αλλιώς». Με ακούνε. Περνάω καλά.

Έμαθες κάτι καινούριο στη Σχολή;

Όλο και κάτι μαθαίνω. Δεν μπορεί! Όλοι αυτοί που είναι εκεί, είναι μεγάλοι καθηγητάδες. Ο Μπέσσας, ο Ξανθόπουλος, ο Ζιώγας και μερικοί που δεν μπορώ να τους θυμηθώ, είναι σπουδαγμένοι. Ξέρουν πολλά. Ξέρουν περισσότερα από εμένα. Άλλο να έχεις πάει στο σχολείο και άλλο να κάνεις πράγματα του κεφαλιού σου.

Μπορεί να ξέρουν πολλά, αλλά αυτό που κάνεις εσύ είναι μοναδικό.

Τι μου λες; Μπορεί να είναι και έτσι. Εκεί όμως έμαθα και τα ακρυλικά, που δεν τα ήξερα. Δεν ζωγραφίζω μ’ αυτά όπως με τα λάδια. Με τα λάδια το χέρι πάει μόνο του. Προχθές ζωγράφιζα ένα πρόσωπο με ακρυλικά και κάτι δεν μου πήγαινε καλά, όταν έφτιαχνα τη μύτη. Ρωτάω την καθηγήτρια γιατί δε στρώνει και μου λέει «άφησέ το να στεγνώσει». Ε, το άφησα και έγινε. Δεν μπορεί, κάτι παραπάνω ξέρει ένας σπουδαγμένος.

Παρακολουθείς όλα τα μαθήματα;

Όσα μπορώ. Τώρα είμαι στην τέταρτη χρονιά. Τα παιδιά είναι νέα και τρέχουν. Τώρα ζωγραφίζω μοντέλα, γυμνά. Δεν αισθάνομαι καλά με τις γυμνές γυναίκες. Δεν μπορώ να τις βλέπω, ντρέπομαι. Γυρίζω αλλού το κεφάλι.

Γιατί; Αφού σου αρέσει να ζωγραφίζεις γυναίκες. Με τους άνδρες μου είπες ότι δεν τα πας καλά.

Μου αρέσει, αλλά όχι και έτσι! Να τη βλέπεις μπροστά σου ντιπ γυμνή! Τα χάνεις… Τώρα συνήθισα κάπως. Ζωγράφισα μία, αλλά όχι γυμνή. Την έκανα πολύ ωραία, τυλιγμένη με ένα σεντόνι. Τώρα τελειώσαμε με τις γυναίκες. Τα παιδιά πήγανε και ζωγραφίζουν τους άνδρες μοντέλα. Γυμνούς άνδρες. Εκεί είναι που δεν θα πάω ποτέ!

Μη μου πεις τώρα ότι ντρέπεσαι και τους άνδρες;

Δεν είναι από ντροπή. Αλλά τι να ζωγραφίσεις από έναν άνδρα; Η γυναίκα είναι αλλιώς. Του λέω του Ζιώγα, «άσε τα μοντέλα, να πάμε στο Μεσονήσι να ζωγραφίσω κανένα τοπίο». Αυτός μένει εκεί. Ξέρεις από πότε έχω να πάω στο Μεσονήσι; Από τότε που κουβαλούσα το αλεύρι από τους μύλους του Παπακυρίδη.

Καλά κ. Δημήτρη, δεν κουράζεσαι; Δε σκέφτεσαι να σταματήσεις;

Όσο είμαι καλά, όσο έχω το μυαλό μου και το χέρι μου δουλεύει, εγώ θα ζωγραφίζω. Όσο πάει. Νομίζω ότι άμα σταματήσω θα τελειώσω. Εμένα τώρα η ζωή μου είναι αυτή. Αύριο το πρωί στις δέκα, θα μπω στο αστικό και θα πάω στη Σχολή. Εκεί με τα παιδιά, με τα πινέλα, με τα χρώματα, με τους καθηγητές είμαι μια χαρά. Όσο ζωγραφίζω είμαι μια χαρά.

Σου εύχομαι πάντα να είσαι μια χαρά κ. Δημήτρη. Σ’ ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα. Πέρασα πολύ ωραία!

Δε μου είπες πώς σε λένε;

Αυγή!

Αυγή; Σαν να λέμε από εκεί που βγαίνει ο ήλιος… Ωραία! Νομίζω ότι θα σε ζωγραφίσω, να βγαίνεις πίσω από ένα βουνό, όπως ο ήλιος…


ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ:

Θεόδωρος Καρυπίδης

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΠΕΡ.ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΡΥΠΙΔΗ:

Γιάννης Λιάσης - ΑΝΑΤΡΟΠΗ-ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 93 αξιολογήσεις)
Τέλειο87%
Πολύ καλό3%
Μέτριο0%
Φτωχό2%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up