Συνέντευξη με τον Νικόλα Δογούλη (Γλύπτη-Ζωγράφο) – Α’ μέρος

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΗΧΩ Φλώρινας την Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011.

Πρόσωπα & Ιδέες - Αυγή Κύρκου

Ο γνωστός Φλωρινιώτης ζωγράφος και γλύπτης, Νικόλας Δογούλης βρέθηκε το εορταστικό δεκαήμερο στη Φλώρινα. Στο χώρο του Εμπορο-βιομηχανικού Επιμελητηρίου λειτούργησε το συγκεκριμένο διάστημα έκθεση ζωγραφικής όπου οι Φλωρινιώτες είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με έργα δικά του και της κόρης του. Εκεί, στο χώρο της έκθεσης, συνάντησα τον κ. Δογούλη. Σε μια τρίωρη συζήτηση- κατάθεση, ο γνωστός καλλιτέχνης μίλησε για την τέχνη του, για τους ανθρώπους της τέχνης, για τη Φλώρινα και τους Φλωρινιώτες, το σήμερα και το χθες. Στην προσπάθειά μου να επιλέξω τι θα aπομαγνητοφωνήσω και τι όχι ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα πολύ. Όλα όσα κατέθεσε ο κ. Δογούλης ακούγονται πολύ ενδιαφέροντα και προσθέτουν στα όσα ήδη ξέρουμε για την ιστορία της τέχνης και όχι μόνο, στη Φλώρινα. Για το λόγο αυτό θεώρησα σωστό να τα δημοσιεύσω όλα, χωρίς να αφαιρέσω τίποτα. Ελπίζω η συνέντευξη να έχει και για εσάς το ίδιο ενδιαφέρον που είχε και για μένα. Καλή ανάγνωση.

Συνεντεύξεις - Πρόσωπα & ιδέες

Πρέπει να σας εκμυστηρευτώ κ. Δογούλη, ότι έχω μια σχέση μαζί σας, που ξεκινάει από την παιδική μου ηλικία. Όταν ταξίδευα με το λεωφορείο από και προς το χωριό μου, τη Δροσοπηγή, εκεί στη στροφή του Αγίου Γεωργίου, το μάτι μου έπεφτε στη ρωμαϊκή στήλη και στα γλυπτά που κατά καιρούς είχατε στην αυλή του σπιτιού σας. Διάβαζα το όνομά σας, στη μαρμάρινη πλάκα και άθελά μου συνέδεα, τις πέτρινες στήλες του Αγίου Γεωργίου από τη μία μεριά, που ήταν λαξευμένες από χέρια εμπειρικών Δροσοπηγιωτών πετράδων, με τα δικά σας γλυπτά. Έβλεπα από τη μια την «αφετηρία» και από την άλλη τη «συνέχεια». Τα γλυπτά σας φάνταζαν σαν συνέχεια της τέχνης που ασκούσαν, ο πατέρας μου, ο παππούς μου και οι μακρινοί μου πρόγονοι, εμπειρικοί μάστορες και τεχνίτες, άριστοι λαξευτές της πέτρας.

Έτσι είναι! Έτσι είναι ακριβώς! Εκείνες οι στήλες… Ξέρεις πόσο δύσκολη δουλειά είναι αυτή που κάνανε οι δικοί σας; Αυτές οι κολώνες είναι λαξευμένοι μονόλιθοι… δημιουργήθηκαν με τον ίδιο τρόπο που κάνανε και οι αρχαίοι τις κολώνες τους, τους κίονες με τους σπονδύλους. Οι άνθρωποι παλιά φτιάχνανε πολύ σπουδαία πράγματα. Σήμερα… τι να πω; Σήμερα δε γίνεται σχεδόν τίποτα. Βγήκαν νέες ύλες, νέες αντιλήψεις. Οι παλαιοί ναοί, οι ναοί με το μακεδονίτικο στιλ, είχαν μια θρησκευτικότητα που δεν τη βλέπεις στους νέους ναούς. Μιλάμε για μια αισθητική άλλης εποχής! Θυμάμαι το χώρο φιλοξενίας που υπήρχε στο ναό του Αγίου Γεωργίου, σε μακεδονίτικο στυλ και αυτός, και τον γκρέμισε ο Αυγουστίνος. Αυτήν τη σπάνια θρησκευτική ατμόσφαιρα που είχαν οι παλαιοί ναοί, δεν τη βρίσκεις σήμερα. Μόνο στο Άγιο Όρος. Έτσι όπως είναι χτισμένα τα μοναστήρια τα περισσότερα και εκεί μακεδονίτικης αρχιτεκτονικής, με τα ασκηταρειά, αποπνέουν μια μοναδική θρησκευτικότητα.

Και εκεί Δροσοπηγιώτες τεχνίτες έχουν βάλει το χεράκι τους.

Ναι, και όχι μόνο στα κτίσματα, αλλά και στην αγιογραφία. Οι άνθρωποι τότε δημιουργούσαν, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν ότι έφτιαχναν αριστουργήματα. Υπάρχουν βέβαια εκτός από τις ωραίες ομάδες των Δροσοπηγιωτών και καταπληκτικοί αγιογράφοι από τους Χιονάδες. Και αυτοί, επίσης, δημιουργούσαν αξιόλογα πράγματα, χωρίς να το ξέρουν ότι κάνουν πολιτισμό. Εδώ στο νομό μας έχουν γίνει εγκλήματα! Γκρεμίστηκαν ναοί σπάνιας αρχιτεκτονικής, μόνο και μόνο επειδή ήταν μακεδονίτικοι…

Συνέντευξη με τον Νικόλα Δογούλη - α

Και ό,τι απέμεινε το καταστρέφουν από άγνοια, ιερείς και οι εκκλησιαστικές επιτροπές κάνοντας, «αναπαλαιώσεις» και «ανακαινίσεις» με σύγχρονα υλικά που καμιά σχέση δεν έχουν με την αρχική φυσιογνωμία του κτίσματος. Έχουν καταστραφεί ξυλόγλυπτες οροφές για να αντικατασταθούν από πλαστικές, διαχωριστικά και στασίδια ξηλώνονται ή βάφονται με λαδομπογιές. Το χειρότερο, δεν επεμβαίνει κανένας φορέας, καμιά εφορία αρχαιοτήτων. Είναι όλα αυτά τα αριστουργήματα στο έλεος κάθε επιτήδειου…

Τώρα θίγεις ένα πολύ μεγάλο θέμα. Αυτό που λες συμβαίνει τώρα από άγνοια και κουτοπονηριά, αλλά παλαιότερα θεωρώ ότι υπήρχε μια σκοπιμότητα… Σας έλεγα για το κτίριο φιλοξενίας του Αγίου Γεωργίου, ότι θύμιζε μακεδονίτικο, κατά συνέπεια, για κάποιους ήταν Βουλγάρικο και το γκρέμιζαν. Αν και αυτό που εμείς ονομάζουμε «μακεδονίτικη αρχιτεκτονική», δεν υπάρχει μόνο εδώ. Ξεκινάει από εδώ και φτάνει ίσαμε την Τραπεζούντα και ακόμα παραπάνω. Οι Τούρκοι, πώς να το κάνουμε, δεν ήταν μόνο βάρβαροι κατακτητές, είχαν και ωραία γνωρίσματα, είχαν και πολιτισμό. Είχαν την αρχιτεκτονική τους, τα σπίτια με τα λιακωτά, τα χαγιάτια όπως τα λέμε, την οποία αρχιτεκτονική, την προσάρμοζαν στο περιβάλλον, στο κλίμα, στις συνήθειες, στα ντόπια χαρακτηριστικά. Αυτό το «ντόπιο στοιχείο», το περάσανε λάθος. Δεν μπορείς έτσι εύκολα να τα προσβάλεις αυτά και να λες: «Α, είναι μακεδονίτικου ρυθμού, άρα Βουλγάρικο, άρα το γκρεμίζω…».

Έτσι γκρεμίστηκαν κτίσματα όπως ο Ναός του Αγίου Παντελεήμονα…

Τον γκρέμισε ο Αυγουστίνος γιατί ήταν, λέει, Βουλγάρικος. Τι να πω; Το πιο αξιοθαύμαστο ξέρετε ποιο ήταν; Αυτά τα κτίρια, ήταν σπάνιας ομορφιάς και αξίας γιατί δεν τα κάνανε αρχιτέκτονες. Δεν υπήρχε σωρεία σχεδίων και μελετών, όπως γίνεται τώρα. Αυτά τα έφτιαχναν έμπειροι τεχνίτες, που γεννιόνταν σ’ αυτόν τον τόπο και είχαν γνώση της παράδοσης, της εντοπιότητας. Αυτοί οι άνθρωποι κάνανε τόσο σπουδαία πράγματα που -σας το είπα και προηγουμένως- ούτε και οι ίδιοι τους ξέρανε ότι κάνανε αριστουργήματα, ενταγμένα στο ρυθμό μιας εποχής. Εκεί είναι και το παρεξηγήσιμο από κάποιους θρησκευτικούς χώρους. Δυστυχώς, εμείς δεν τα προστατέψαμε. Οι παλιοί δε δημιουργούσαν απλά, είχαν και τα μυστικά τους. Είτε κτίστες, είτε αγιογράφοι, είτε οτιδήποτε άλλο, ήταν πάνω απ’όλα μύστες. Ακολουθούσαν μια διαδικασία, μια προετοιμασία… Σταθήκαμε αδιάφοροι… Όλα αυτά, επιτρέψαμε να χαθούν. Σήμερα δεν γίνονται πια τέτοιοι ναοί… Ό,τι γίνεται είναι μια εν ψυχρώ εκτέλεση.

Όλα ακολουθούν τη φιλοσοφία της εποχής…

Ακριβώς. Δεν είναι τίποτε άλλο. Εγώ το έλεγα στον Αυγουστίνο, ακόμα και για την αγιογράφηση του ναού, έτσι όπως έγινε σε λίγο θα αρχίσει να καταστρέφεται.

Εσείς κ. Δογούλη γεννηθήκατε πριν από τον πόλεμο.

Γεννήθηκα το ‘37. Είμαι αυτό που λέμε «ντόπιος» Φλωρινιώτης και μάλιστα διατηρώ όλα τα «ντόπια» χαρακτηριστικά… το γλωσσικό και όλα τα άλλα και μάλιστα οι γονείς μου ήταν βοσκοί. Τσομπάνος ήταν ο πατέρας μου.

Είχατε εύκολη παιδική ηλικία;

Κοίταξε, η εποχή ήταν δύσκολη, αλλά εγώ δυσκολία δεν ένοιωσα. Είχαμε ένα μικρό κοπάδι και περνούσαμε μια χαρά.

Πότε εκδηλώσατε το ταλέντο σας και με ποιον τρόπο;

Ζωγράφιζα από μικρός! Μάλιστα ήμουν κακός μαθητής γιατί το μόνο που μου άρεσε ήταν αυτό, να ζωγραφίζω. Θυμάμαι κάποια φορά στο Δημοτικό Σχολείο, στα χρόνια του πολέμου και της κατοχής, μοίραζαν στα παιδιά διάφορα πράγματα που τα είχε στείλει η ΟΥΝΡΑ. Υπήρχε, λοιπόν, ένα πολύ ωραίο κουτί με χρώματα. Παρακαλούσα να μου τύχει εμένα. Πόσο λυπήθηκα που το πήρε κάποιος που ουδεμία σχέση είχε με τη ζωγραφική! Έφτιαχνα επίσης γλυπτά με το χιόνι. Μάλιστα κάποια φορά με τον αδερφό μου, είχαμε φτιάξει μια Αφροδίτη, σε μεγάλο μέγεθος. Έφτιαχνα και πολύ ωραίους χαρταετούς. Τους κολλούσα με αλευρόκολλα που με είχε μάθει να φτιάχνω η μητέρα μου. Τους έφτιαχνα πολύ ωραίους μόνος μου και τους ζωγράφιζα… Ήταν ωραία… Όπως καταλαβαίνεις μεγάλωσα σε περιβάλλον κάθε άλλο παρά πνευματικό…

Τι συμβαίνει, λοιπόν κ. Δογούλη με τη Φλώρινα; Πού οφείλεται αυτό το παράδοξο, να γεννιούνται σ’ αυτόν τον τόπο, τόσοι πολλοί καλλιτέχνες; Είναι το χώμα, είναι το νερό; Είναι ο αέρας;

Νομίζω ότι η φύση είναι αυτή που τα καθορίζει αυτά τα πράγματα. Αυτή είναι που σε προικίζει με το ένα ή το άλλο ταλέντο. Εσύ έχεις εμπειρία γιατί αυτό συμβαίνει με τους Δροσοπηγιώτες. Κάτι από όλα αυτά που ανέφερες, ή όλα αυτά μαζί, πρέπει να είναι. Ο Κωστάκης ο Λούστας, ρώτησε μια φορά ένα γεωλόγο φίλο του: «Πώς το εξηγείς από πλευράς επιστήμης αυτό;». Η άποψη του γεωλόγου ήταν πως είναι μάλλον κάποια συστατικά στο χώμα, στον αέρα, στο νερό, που περνάνε στις τροφές και στη συνέχεια στα κύτταρά μας.

Εδώ, δηλαδή, υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για την εκκόλαψη αυτού του είδους, που ονομάζεται δημιουργός – καλλιτέχνης;

Αυτό είπε ο επιστήμονας. Έτσι το ανέλυσε. Αυτά τα χωμάτινα, τα φυσικά στοιχεία, παράγουν ανθρώπους με τα συγκεκριμένα συναισθήματα. Αυτό το πιστεύω κι εγώ. Δεν μπορείς να πεις για κάποιον: «θα του μάθω τέχνη». Ό,τι και να μάθει, κάπου θα σταματήσει. Η φύση πρέπει να τον οδηγήσει προς τα εκεί. Κοίταξε, αν επισκεφτούμε το αρχαιολογικό μουσείο μας, θα διαπιστώσουμε από τα ευρήματα ότι η παρουσία της τέχνης, είναι ορατή σ’ αυτόν τον τόπο από τα ρωμαϊκά χρόνια και ακόμα πιο πριν. Υπάρχουν γλυπτά της Αρτέμιδος και άλλων θεοτήτων που λατρεύονταν εδώ στην περιοχή και ψηφιδωτά και πολλά άλλα βέβαια. Αυτός εδώ ο τόπος από τα βάθη των αιώνων παρήγαγε έναν πολιτισμό.

Ευλογημένος, λοιπόν, ο τόπος και ευλογημένοι όσοι τον κατοικούν.

Ευλογημένος, βέβαια ευλογημένος! Στις μέρες μας εμείς οι Φλωρινιώτες υπερηφανευόμαστε ότι υπάρχει εδώ ένας μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών, συγγραφέων με αξιόλογο συγγραφικό έργο και καθηγητών. Διαθέτουμε ένα μεγάλο αριθμό ντόπιων δυνάμεων. Θα σου πω κάτι: η γενιά μου – και είμαι το τέλος αυτής της γενιάς- κανονικά λεγόμαστε «οι αρχαϊκοί καλλιτέχνες».

Αρχαϊκοί; Με ποια έννοια; Πώς το ορίζετε αυτό;

Αρχαϊκοί, γιατί ύστερα από αιώνες τουρκοκρατίας, που ήταν όλα σιωπηλά, έρχεται η απελευθέρωση, περνάνε οι μακεδονικοί αγώνες, και γεννιούνται αυτοί, οι πρώτοι συγγραφείς, καλλιτέχνες, μουσικοί κτλ. Όπως είναι ο Σημαντήρας, ο Μέλλιος, ο Σουλιώτης, ο Μεκάσης, ο Καλαμάρας, ο Βυζάντης, ο Μπούτζιος, ο Κόρας, ο Μηνόπουλος, η Αλίκη η Χατζή. Και να φανταστείς ότι η πλειοψηφία προέρχεται από το «ντόπιο» στοιχείο και είμαστε- πιστέψτε το- αρχαϊκοί καλλιτέχνες όλοι αυτοί που ξεκίνησαν με τον Καλαμάρα και τον Κόρα και τελειώνουμε σ’ εμένα. Μετά από εμένα, αρχίζει η νεότερη γενιά των καλλιτεχνών, από τον Μπέσσα και μετά.

Με ποιο κριτήριο κάνετε αυτόν το διαχωρισμό; Έχει η νεότερη γενιά κάποια στοιχεία ιδιαίτερα;

Η γενιά των καλλιτεχνών, από τον Μπέσσα και μετά, δεν έχει βρει ακόμα το ρυθμό της. Γι’ αυτό και από αυτούς δεν βλέπουμε σπουδαία πράγματα… δεν έχουμε και αξιόλογα δείγματα…

Δεν έχουν δώσει δείγματα οι καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς;

Για να σου δώσω να καταλάβεις, αν δει κανείς το έργο του Καλαμάρα, θα διαπιστώσει ότι έκανε λίγα έργα, αλλά άριστης τέχνης. Τέχνης που μπόρεσε και στάθηκε συγκριτικά στον Ελλαδικό χώρο. Μπορεί να λέμε ότι η Φλώρινα έχει πολλούς Καλλιτέχνες στις μέρες μας, αλλά έχει και η Τήνος. Όταν όμως λέμε «οι καλλιτέχνες της Τήνου», εννοούμε τη γενιά του Χαλεπά. Δε μιλάμε για τους σημερινούς. Πολλούς καλλιτέχνες έχει και η Λάρισα σήμερα και η Καρδίτσα, αλλά τα έργα τους δεν αντέχουν τη σύγκριση. Από τη μια μεριά είναι γοητευτικό, το λέμε με μια έπαρση: «Η Φλώρινα έχει πολλούς καλλιτέχνες», αλλά η ιστορία είναι αξιοκρατική και συγκρίσιμη.

Και όλα αυτά τα έργα τέχνης που γεννιούνται στα εργαστήρια και που κατά καιρούς εκθέτουν οι Φλωρινιώτες καλλιτέχνες στο «Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης» και αλλού… Πώς τα αξιολογείτε;

Κοίταξε, εγώ γι’ αυτό δεν τολμώ να εκθέσω στο «Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης». Στις μέρες μας έχουν ανεβεί οι αξιώσεις και το αισθητικό κριτήριο και το γούστο του κοινού. Ο κόσμος ταξιδεύει, βλέπει, συγκρίνει. Αν συγκεντρωθεί όλη αυτή η Φλωρινιώτικη δημιουργία και αξιολογηθεί, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης θα πάρει χαρακτήρα ερασιτεχνικό. Θα χαλάσει με τη σύγκριση, τις αξιώσεις όλων αυτών που θα έρχονται στο μουσείο, για να δουν αυτό που λέμε τέχνη με αξιώσεις. Εκεί είναι… λίγο επικίνδυνα τα πράγματα γιατί θα πρέπει να θιχτούν ορισμένοι και να στεναχωρηθούν κάποιοι άλλοι.

Εσείς, ο τελευταίος της «Γενιάς των Αρχαϊκών», τι πιστεύετε ότι έχει προσδώσει στην τέχνη σας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που όλοι αναγνωρίζουν ότι έχει;

Δε γνωρίζω… ήταν η εποχή… τα θεάματα που βλέπαμε εκείνη την εποχή είχαν μια ποιότητα. Η μουσική, οι φωτιές, οι χοροί, οι ωραίες χωρικές… Οι αρχόντισσες, όπως τις ονομάζω εγώ. Οι Μακεδόνες γενικά είναι ωραίοι άνθρωποι. Διαθέτουν ωραία χαρακτηριστικά, ωραία κατασκευή, ωραία ανατομία. Όπως αποδεικνύεται και από τους τάφους των Μακεδόνων αυτό παρατηρείται μόνο στους ντόπιους Μακεδόνες. Οι νέοι είναι ωραίοι, ξανθοί, ένα ιδιαίτερο ξανθό, που δεν το συναντάς αλλού…

Διαφέρουν, λέτε, οι «Μακεδόνες» από τις άλλες ράτσες;

Βέβαια, βέβαια… έχουν ένα ανάστημα αρμονικό, προς το ψηλό, είναι ευθυτενείς. Θα σας πω κάτι: όταν ετοιμαζόμουν να φτιάξω το «Ηρώο» της πόλης, που μου ανατέθηκε από το Νομάρχη, άρχισα να παρατηρώ τις κοπέλες. Έβγαλα δε το εξής συμπέρασμα: Οι «ντόπιες» κοπέλες είναι ψηλές και έχουν κατά το πλείστον μακριά πόδια και μικρό κορμό. Σε αντίθεση με τις πόντιες και τις άλλες φυλές που έχουν κοντά πόδια, είναι… πιο… στρογγυλεμένες… Έχουν, τέλος πάντων, διαφορετική ανατομία. Έφτιαξα λοιπόν έναν τύπο κοπέλας, έχοντας σαν πρότυπο την «ντόπια» γυναίκα, την ψηλή, την ξανθιά, την καλλίγραμμη. Αυτήν έβλεπα. Το κορμί της, τις κινήσεις της, τα μαλλιά της, τους ώμους της, το στήθος της, όταν έφτιαχνα τη γυναίκα στο «Ηρώο» της πόλης που δημιούρ γησα το καλοκαίρι και τώρα είναι στο χυτήριο…

Έτσι λοιπόν κ. Δογούλη ανάμεσα σε ωραίους ανθρώπους, σε ωραία θεάματα και χορούς ζυμωθήκατε… 

Ναι, έτσι ζυμώθηκα ψυχικά. Είπες χορούς. Οι χοροί μας πρέπει να σου πω ότι με συγκινούσαν βαθύτατα. Ένας δε χορός, θα τον ξέρεις, αυτόν που λέμε «Ζάρακα», δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σπουδαίος είναι στη σημειολογίατου. Ξέρεις τι σημαίνει «Ζάρακα»;

Αν το μεταφράσω κυριολεκτικά, ζα – ράκα σημαίνει με τα χέρια, ή κάνω λάθος;

Ναι, σημαίνει χέρι – χέρι! Αυτό το «χέρι – χέρι», μπορεί να ξεκινήσει από το Βίτσι και να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο. Μπορούμε όλοι να χορεύουμε! Γι’ αυτό έχουμε όλους αυτούς τους μεγάλους κύκλους. Έχω μάλιστα στο μυαλό μου να προτείνω την κατασκευή σειράς συμβολικών αγαλμάτων με τα χέρια ανοιχτά, σαν πρόταση σε χορό, που θα στηθούν σε συγκεκριμένα σημεία. Να ξεκινάνε από εδώ και να προχωράνε μέσα στα Μπίτολα και να ανεβαίνουν και να προχωράνε ακόμα παραπέρα.

Κάτι σαν τις Ερμαίες στήλες…

Ναι, να δείχνουν το δρόμο! Να έχουν το ενωτικό στοιχείο. Δεν ξέρω βέβαια ποιοι θα το θέλουν αυτό. Από πλευράς της Ελλάδας δε βλέπω κάτι τέτοιο… τουλάχιστον σήμερα.

Εκεί στη δεκαετία του ‘60, παρατηρήθηκε ένας οργασμός στον τομέα της γλυπτικής τέχνης. Έχουμε μεγάλη παραγωγή γλυπτών από Φλωρινιώτες καλλιτέχνες. Συγκεκριμένα, υπήρξε μια έκρηξη της ανδριαντοποιίας και των προτομών. Πού οφείλεται αυτός ο οργασμός;

Ο Γεώργιος Μόδης εκείνη την εποχή, έγραφε την ιστορία των οπλαρχηγών του Μακεδονικού Αγώνα. Οργάνωσε, λοιπόν, μια ομάδα, μια συντροφιά καλλιτεχνών, Φλωρινιωτών και μη και μας ανέθετε την κατασκευή των προτομών και των ανδριάντων. Γι’ αυτό και το όνομα του Μόδη έμεινε στην ιστορία, ενώ άλλους πολιτικούς τους έφαγε το μαύρο σκοτάδι. Έτσι εξηγείται αυτός ο «οργασμός» όπως τον είπες. Έγινε μια μεγάλη σειρά αγαλμάτων και προτομών και έτσι εμφανίζεται στην περιοχή μας η πρώτη γλυπτική τέχνη, με κορυφαίο δείγμα τον «Καπετάν Κώττα» του Καλαμάρα. Ένα έργο πάρα πολύ σπουδαίο!

Στο βιβλίο τους «Ο πληθυσμός των αγαλμάτων, η περίπτωση της Φλώρινας» οι Καθηγητές της Παιδαγωγικής Σχολής Α.Ανδρέου και Ιφ.Βαμβακίδου, μιλούν, κατά έναν τρόπο, για στρατευμένη τέχνη. Ποια είναι η δική σας άποψη; Όλη αυτή η πληθώρα ανδριάντων και προτομών, ανάμεσα στα άλλα, αποσκοπούσε και στη διαμόρφωση και την ενίσχυση εθνικής συνείδησης, των ανθρώπων της περιοχής;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, η γλυπτική ξεκίνησε εθνικά! Εκείνη την εποχή φτιάχνονταν εθνικά αγάλματα. Μ’ αυτό δεν εννοώ πως φτιάχνοντας εθνικά αγάλματα, δε φτιάχνεις πολιτισμό, αλλά είναι, αυτό που λένε, για εθνικό σκοπό». Το κράτος πάντα θέλει να υμνεί τους ήρωές του. Ιστορικά, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, έγιναν τα αγάλματα των αγωνιστών του ‘21. Ήδη υπάρχει μια λεωφόρος στο Πεδίον του Άρεως, στην Αθήνα, όπου δεξιά και αριστερά υπάρχουν αγάλματα των αγωνιστών του εικοσιένα. Τελευταία μπήκε μια προτομή μιας γυναίκας από τη Σιάτιστα και μια δική μου προτομή, με μεγάλη καθυστέρηση, του στρατηγού Πλαπούτα. Αυτό που θέλω να πω είναι, ότι δεν υπάρχει κακό, στο να υμνούνται καιτα ιστορικά πρόσωπα. Η στρατευμένη τέχνη, εμποδίζει κάθε είδους δημιουργία. Αυτό ναι. Είναι στράτευση. Τα γλυπτά όμως με τις μορφές των ηρώων πατριωτών, αυτά δεν μπορώ να τα θεωρήσω στρατευμένη τέχνη. Η πατρίδα έχει μία ιστορία. Δεν μπορείς να λησμονήσεις έναν Κολοκοτρώνη, έναν Καραϊσκάκη, έναν Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Δεν περιορίζεται αυτό που λέμε «ελευθερία του καλλιτέχνη» όταν του επιβάλλουν το θέμα και τον τρόπο που πρέπει να κινηθεί;

Αυτό που λες, το έχω ζήσει όταν έκανα την προτομή του Κολοκοτρώνη. Εγώ ήθελα να τον κάνω όπως ακριβώς ήταν όταν πολεμούσε. Με ένα μαντήλι στο κεφάλι. Ο πρόεδρος της επιτροπής των Πελοποννησίων, που μου είχε αναθέσει την κατασκευή το αγάλματος, μου λέει: «Όχι, θα τον κάνεις με περικεφαλαία». «Μα..» του λέω, «η περικεφαλαία, είναι στοιχείο μεταγενέστερο. Είναι δώρο των Άγγλων. Δεν τη φορούσε στη μάχη». «Όχι, θα τον κάνεις με περικεφαλαία, γιατί έτσι έχει επιβληθεί. Δε νοείται Κολοκοτρώνης χωρίς περικεφαλαία!». Αυτό, βέβαια, συμβαίνει γιατί οι Πελοποννήσιοι έχουν έναν έντονο εθνικισμό. Δε θέλουν τους ήρωές τους με μαντήλι, γιατί τους θυμίζουν Τούρκους.

Συμβιβαστήκατε;

Ε, δε θα το έλεγα συμβιβασμό. Εδώ πάμε να κάνουμε ένα εθνικό μνημείο. Και ο Καλαμάρας ήρθε σε τέτοια θέση με το Μ. Αλέξανδρο. Ο Καλαμάρας ήθελε να πάει πιο πέρα την τέχνη, αλλά μάλλον ξέφυγε πολύ και πήγε στην καθαρά συμβολική τέχνη. Ο λαός όμως περιμένει να δει έναν Αλέξανδρο, όπως τον έχει δει στα νομίσματα. Γιατί ο Αλέξανδρος δεν είναι μόνο πρόσωπο των θρύλων, είναι υπαρκτό πρόσωπο.

Παρακολουθώ την τελευταία σας δουλειά, την «πηγή», την «αρκούδα»… Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι κάτι στο χώρο της γλυπτικής αρχίζει να κινείται. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αρχίζει μια νέα εποχή για τη γλυπτική στην περιοχή;

Τώρα ξαναρχίζει να γράφεται η ιστορία της γλυπτικής στην περιοχή. Και έτσι θεωρώ ότι θα συνεχίζει να γίνεται. Θα γράφεται, θα ξαναγράφεται και θα συμπληρώνεται πολλές φορές η ιστορία της τέχνης και πάντα θα υπάρχει κάτι καινούριο να γραφτεί. Ξέρεις τι συμβουλεύω αυτούς που γράφουν γι’ αυτά; Τους λέω: «Να γράφετε σαν τους φωτογράφους, που απαθανατίζουν αυτό που βλέπουν, τη στιγμή, το ιστορικό παρόν. Να μην το συνδυάζετε με το ένα και με το άλλο και να βγαίνουν διάφορα συμπεράσματα, λανθασμένα πολλές φορές. Σήμερα, λοιπόν αρχίζει να γεννάται ένας νέος πολιτισμός στη γλυπτική. Και αναφέρομαι στη γλυπτική γιατί οι ζωγράφοι, όπως είπα και πιο πριν, δεν έχουν μπει… δεν έχουν ανακαλύψει την προσωπική τους δημιουργία. Δεν έχει ακόμα… πώς να το πω; Δεν έχει προσγειωθεί μια ζωγραφική άποψη… Δεν διαμορφώθηκε μια κατάσταση πιο ανεβασμένη.

Μισό λεπτό κ. Δογούλη, για να καταλάβω. Εννοείτε ότι η «γενιά των νέων καλλιτεχνών» εξακολουθεί να σύρεται πίσω από τα παλιά πρότυπα και να τα αναπαράγει; Ότι δεν έχει ανακαλύψει τα δικά της χαρακτηριστικά, τη δική της φυσιογνωμία; Ότι δεν έχει αυτονομηθεί;

Εννοώ ότι δε δημιουργήθηκε στη ζωγραφική μια κατάσταση πολύ πιο ανεβασμένη από αυτήν που δημιούργησε η προηγούμενη γενιά. Κάτι νέο, που όταν το συγκρίνεις, να λες «αυτό είναι καλύτερο». Δύσκολα μπορείς να βρεις ένα ζωγραφικό πίνακα, να το βάλεις μπροστά στον Κώττα του Καλαμάρα και να έχει τις ίδιες, ή περίπου τις ίδιες εικαστικές αξίες. Θα είναι πιο ερασιτεχνικό. Το σύνολο των ζωγράφων είναι… κινείται ακόμα… προς το ερασιτεχνικό.

Ανατέλλει, λέτε, μια νέα εποχή για τη γλυπτική. Τι συνέβη και σταμάτησε εκείνη η έκρηξη δημιουργικότητας εκείνης της παλιάς περιόδου;

Γιατί τα μέλη του «Ομίλου Καλών Τεχνών» του «Αριστοτέλη» σκόρπισαν και πήραν διαφορετικούς δρόμους. Ο Δημήτρης Καλαμάρας πήγε στην Αθήνα, ο Μηνόπουλος στη Θεσσαλονίκη, η Χατζή αλλού, ο Κόρας στην Αμερική. Εγώ στην Αθήνα, ο Κωστάκης Λούστας έφυγε για σπουδές. Έμειναν ο Στερίκας ο Κουλής, ο Βυζάντης, ο Μπούτζιος, ο Μπάρας, αλλά και αυτός κάποια στιγμή έφυγε στην Αυστραλία.

Γιατί εγκαταλείψατε τη Φλώρινα;

Γιατί ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι πολίτης του κόσμου. Και δεν είναι κοσμοπολίτης από συνήθεια. Είναι η ίδια η φύση που του επιβάλει, να αναζητά και βρίσκεται σ’έναν κόσμο του πολιτισμού, να βλέπει πολιτισμό. Στην Αθήνα και στις πρωτεύουσες του κόσμου υπάρχουν οι αρχαιολογικοί χώροι, τα κεντρικά μουσεία, όλα αυτά δίνουν μια παιδεία στον καλλιτέχνη.

Ασφυκτιούσατε στα στενά επαρχιώτικα όρια; Χρειαζόσασταν καινούρια πράγματα, νέες εμπειρίες, νέα ερεθίσματα;

Δεν ξέρω, δεν υπάρχει απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα. Έτσι γίνεται. Ναι, έτσι γίνεται απλά. Ο καλλιτέχνης νιώθει την ανάγκη να φύγει. Εγώ για παράδειγμα αν δεν είχα καταφέρει να βρω τον τρόπο να μείνω στην Αθήνα, νομίζω ότι δε θα είχα αυτήν την εξέλιξη στην τέχνη μου. Ο καλλιτέχνης δεν είναι γεωργός, να μένει σε έναν τόπο, να σπέρνει, να θερίζει, να μαζεύει καρπούς. Πρέπει να είναι ανήσυχος, να αναζητά. Πάρε παράδειγμα τον Μπρέκοβιτς. Η επίσκεψή του στο Παρίσι εκσυγχρόνισε τον τοπικισμό το Σέρβικο, το Σλάβικο στοιχείο της μουσικής του και μάλιστα χωρίς να χάσει τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά του.

Εσείς όπως και οι περισσότεροι Φλωρινιώτες καλλιτέχνες, προέρχεστε από τη «μεγάλη μήτρα των καλλιτεχνών», όπως συνηθίζει να λέει όταν αναφέρεται στον «Αριστοτέλη», ο Τάκης Μπέσσας.

Σωστός ο Μπέσσας! Έτσι ήτανε. Ήτανε μια «μεγάλη μήτρα» ο «Αριστοτέλης» που κυοφορούσε και γεννούσε καλλιτέχνες. Ο «Αριστοτέλης» έκανε πολύ σπουδαία δουλειά. Σε μια εποχή πολεμική, μέσα στην κατοχή -είχε και εθνική προσφορά ο Αριστοτέλης- γι’ αυτό άλλωστε δολοφόνησαν και το μαέστρο – συγκέντρωσε τους ανθρώπους που αγαπούσαν τον πολιτισμό. Το χορό, τη χορωδία, τη μουσική, τις τέχνες, το θέατρο, την ποίηση. Όλοι περάσαμε πρώτα από εκεί πέρα και μετά άνοιξαν οι δρόμοι και φτάσαμε εκεί που φτάσαμε. Γι’ αυτό η κόρη μου η Χριστίνα, συμβολικά και συναισθηματικά, ξεκινάει την έκθεσή της από τον «Αριστοτέλη».

Τι θυμάστε από εκείνη την εποχή;

Εκείνη την εποχή ζούσα τη μαγεία του να γίνω καλλιτέχνης. Όταν πρωτοπήγα, θυμάμαι ότι υπήρχε ένα μικρό άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη, γύψινο. Το πρώτο που σχεδιάζαμε ήταν εκείνο. Θυμάμαι ότι σχεδιάζαμε μαζί με τον Μπάρα. Εκεί ήρθα σε επαφή με όλους τους καλλιτέχνες από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Τον Μηνόπουλο, τον Καλαμάρα, τον Κόρα. Είχα έναν ενθουσιασμό, μια χαρά, που συνυπήρχα σ’ ένα περιβάλλον με όλους αυτούς τους καλλιτέχνες. Ο «Αριστοτέλης» εκείνη την εποχή ήταν μια πολύ σπουδαία παρουσία. Εκεί άκουσα κλασσική μουσική, έμαθα ονόματα μουσουργών, απέκτησα, εκτός των άλλων, μουσική παιδεία. Άλλωστε, τότε έζησα και μια ρομαντική Φλώρινα. Με τον Παπά τον Μαέστρο… Αυτός είχε μεταφράσει ένα τραγούδι ενός Γιουγκοσλάβου,
του Στέφαν Γκάιντοφ. Το δίδασκε στη χορωδία και το τραγουδούσε, θυμάμαι, όλος ο κόσμος. Το τραγουδούσαν και οι ίδιοι οι χορωδοί τις νύχτες που ανέβαιναν και κατέβαιναν στην Πλατεία Ηρώων και κάνανε καντάδες. Οι λεγόμενοι «κανταδόροι της νύχτας». Ξεκινούσε κάπως έτσι: «Μανούλα μου σε αγάπησα…». Μεγάλη προσφορά ο «Αριστοτέλης»! Πολύ μεγάλη!

Πολύ μεγάλη η προσφορά του «Αριστοτέλη» αλλά τη δεκαετία του ‘70. Μια δεκαετία όπου αλλάζουν τα πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικά πράγματα στην Ελλάδα, παρατηρείται μια κίνηση απομάκρυνσης, η οποία με τη δυναμική της συμπαρέσυρε και το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό κεφάλαιο του «Αριστοτέλη»…

Ναι! Έτσι έγινε. Τελικά δημιουργείται ένας νέος καλλιτεχνικός πυρήνας, «Η στέγη φιλοτέχνων», με πρωτεργάτες το Δημήτρη Καλαμάρα και το Στερίκα Κούλη.

Ποιοι ήταν οι λόγοι που επέβαλαν αυτήν την επαναστατική κίνηση;

Ο «Αριστοτέλης» έφτασε σε ένα σημείο όπου δεν ελάμβανε πια τα μηνύματα της εποχής. Ήταν απαραίτητη μια έξοδος. Χρειαζόταν ένας άλλος θεσμός, ο οποίος θα επέτρεπε να λειτουργήσει αυτά τα νέα μηνύματα. Έτσι, με εμπνευστή το Στερίκα Κούλη, και τον Καλαμάρα -συμμετείχα και εγώ- δημιουργήθηκε η «Στέγη Φιλοτέχνων».

(συνεχίζεται στο Β’ μέρος)

Δείτε και τα: Β’ μέρος της συνέντευξης | Γ’ μέρος της συνέντευξης



Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 93 αξιολογήσεις)
Τέλειο88%
Πολύ καλό3%
Μέτριο0%
Φτωχό2%
Απαίσιο7%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up