Τρέντσσες ο αγέραστος (Π.Βότσης)

Κοινοποιώντας δείχνεις το ενδιαφέρον σου...

«Άνθρωποι στο φεγγάρι, απάνθρωποι στη γη…» Ο ΤΥΠΟΣ – Ιούλης 1969

Αν τον έβλεπες καθισμένο στον καφενέ ν’ απολαμβάνει τον καφέ του, θα τον έκανες έναν άντρα γύρω στα εξήντα κι αν τον έβλεπες να περπατάει στον δρόμο θα ‘λεγες πως είναι πενηντάρης.

Αυτή είναι η πρώτη εντύπωση που μας δίνει η εικόνα κι όλη η φτιάξη του ογδοντάρη Πέτρου Τρέντσσε!

Ο Τρέντσσες, από το 1948, σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, ξέμεινε τυχαία στο χωριό μόνο με τον παππού του, τον γερο-Χρήστο. Ο Τρέντσσες, ένα μικροκαμωμένο κι αδύνατο παιδαρέλι και ο παππούς του, ένας θεόρατος γέροντας, γεροδεμένος, που μόνιμα φορούσε την τοπική ενδυμασία κι ένα μπαστούνι στα μέτρα του.

Όταν εκκενώθηκε το χωριό, ο παππούς και ο εγγονός αναγκαστικά βρέθηκαν στη Μελίτη με το μισό κοπάδι, γιατί το άλλο μισό “χάθηκε” στη διαδρομή.

Ο μικρός Τρέντσσες βρέθηκε υπάλληλος να βόσκει μαζί με τα δικά του, τα πρόβατα ενός Μελιτιώτη που τους φιλοξενούσε μέχρι που έληξε ο αιματηρός και διχαστικός Εμφύλιος. “Καλά να ‘ναι ο άνθρωπος, μας έσωσε από την πείνα!”, ομολογούσε ο Τρέντσσες και το επαναλαμβάνει ακόμα και σήμερα.

Το 1950, μαζί με τον παππού μετακόμισαν στην Αχλάδα για να ‘ναι πιο κοντά στο χωριό μας μήπως και δουλεύανε τα χωραφάκια τους κι εξασφάλιζαν το ψωμί τους. Κι αυτό κάνανε γιατί το χωριό μας είναι πολύ κοντά στην Αχλάδα και θα μπορούσαν να πηγαινοέρχονται, αφού υπήρχαν φήμες πως στα βουνά μας υπήρχαν αντάρτικες ομάδες και δεν είχε κατοικηθεί ακόμα το χωριό μας.

Ο παππούς, βλέποντας ότι σπίτι δίχως γυναίκα δύσκολα στέκεται, θεώρησε καλό να παντρευτεί ο εγγονός του και για τα κριτήρια του παππού ήταν σε ηλικία γάμου, αφού είχε κλείσει τα δεκαφτά (!).

Έτσι ο μικρός Τρέντσσες βρέθηκε παντρεμένος με μια λίγο μεγαλύτερή του. Στα χωριά μας πίστευαν πως η γυναίκα πρέπει να’ναι μεγαλύτερη για να ξέρει να κρατάει το σπίτι.

Η γυναίκα έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού και διαχειριζόταν τα πενιχρά οικονομικά. Ο Τρέντσσες μαζί με τον παππού του και τη γυναίκα του, το 1952, ήταν από τους πρώτους που επιστρέψανε στο χωριό μας.

Το δικό τους σπίτι είχε πυρποληθεί από τον Εθνικό Στρατό επειδή ο πατέρας του είχε κατηγορηθεί σαν ΕΑΜοβούλγαρος και μάλιστα ήταν το μοναδικό σπίτι που βρισκόταν από την άλλη μεριά του ποταμιού μας.

Τον Φλεβάρη του 1953 λειτούργησε το σχολείο του χωριού μας και ο δάσκαλος, επειδή το σχολείο είχε πολλές φθορές, επέλεξε ως το καταλληλότερο σπίτι για να στεγάσει το σχολείο αυτό που έμενε ο Τρέντσσες.

Έτσι εκδιώχθηκε με δικαστικό κλητήρα και στεγάστηκαν οι εφτά μαθητές του χωριού μας. Σ’ ενάμισο χρόνο οι μαθητές εγκαταστάθηκαν, αφού αποκαταστάθηκε, στο κανονικό σχολείο και ο δάσκαλος στο “προσωρινό” σχολείο για το οποίο του χορηγήθηκε τίτλος ιδιοκτησίας και πριν μερικά χρόνια πουλήθηκε από τα παιδιά του, αφού είχε γίνει κατοικία του.

Ο Τρέντσσες μπορεί να μην δικαιούταν σπίτι γι’ αυτό κι έκαψαν το δικό του, μπορεί να μην του επέτρεπαν να κατοικήσει στο σπίτι του συγκεκριμένου φυγάδα, όπως κάναμε όλοι μας, που τα σπίτια μας είχαν καεί ή καταστραφεί, είχε όμως την υποχρέωση να υπηρετήσει τον ελληνικό στρατό κι ας ήταν προστάτης του υπέργηρου παππού του.

Δύο ολόκληρα χρόνια υπηρέτησε στον στρατό. Ο Τρέντσσες είχε μεγαλώσει στα βουνά με τα κοπάδια. Από πολύ μικρός ήξερε πολλά γύρω από τα πρόβατα, τη φύλαξη και την περιποίησή τους. Ήταν ο καλύτερος σφάχτης και γδάρτης αιγοπροβάτων.

Αν πάλι κάποιος έκτακτα χρειαζόταν βοσκό για μία, δύο ή και τρεις μέρες, ο Τρέντσσες ήταν διαθέσιμος. Η αγάπη του για τα πρόβατα τον έκανε να αγοράσει ένα μικρό κοπάδι.

Σε ηλικία άνω των εξήντα (60) ξανάγινε βοσκός, δηλαδή τα έβοσκε, τα άρμεγε, τα τάιζε και τα κούρευε μόνος του με ελάχιστη βοήθεια από τη γυναίκα του.

Λίγο μετά τη συνταξιοδότησή του από τον ΟΓΑ, πούλησε το κοπάδι του κι ένα διάστημα έκανε περιστασιακά τον βοηθό χτίστη για μερικά χρόνια. Τα τελευταία χρόνια βάρυνε η γυναίκα του και δυσκολευότανται να περπατήσει κι έτσι αναγκάστηκε να κάνει τις δουλειές σχεδόν μόνος του.

Η ατυχία του είναι πως δεν είχε παιδιά και το απέδιδαν με τη γυναίκα σε “θέλημα Θεού”.

Έκανε κάποιες προσπάθειες να υιοθετήσει παιδί, αλλά όταν πήρε την απόφαση η ηλικία του ήταν απαγορευτική για την πολιτεία.

Όταν περνούσε στον δρόμο όλα τα παιδιά τον χαιρετούσαν και χαίρονταν τη συντροφιά του και το «παιχνίδι» μαζί του.

Τα δρομολόγιά του σήμερα είναι καθιερωμένα: σπίτι-καφενείο και καφενείο-σπίτι και μια φορά τον μήνα Μελίτη να γράψει τα φάρμακα στον γιατρό και να τα πάρει από το φαρμακείο.

Στο καφενείο κάνει τρεις επισκέψεις, μία πρωινή για καφέ και ψωμί, μία το μεσημεράκι για αναψυκτικό και μια αργά τ’ απόγευμα για καφέ. Πάντα είναι ευπρόσδεκτος σ’ όλες τις παρέες και ομιλητικός.

Καμιά φορά το καλοκαίρι συνοδεύει τη γυναίκα του στα στέκια των γυναικών για να κουβεντιάσει με τις συγχωριανές της και να μάθει τα νέα του χωριού.

Είναι φιλόξενος και γι’ αυτό έχει πάντα επισκέπτες, κυρίως από τη γειτονική μας χώρα, συγγενείς και μη. Μερικοί μάλιστα του φορτώνονται βδομάδες και πολλές φορές τον κάνουν να δυσανασχετεί.

Όλοι εμείς χαιρόμαστε τη συντροφιά του κι όταν τον ρωτάμε κάτι να μας πει για το παρελθόν ή τη ζωή του, υπομονή να ‘χεις να τον ακούς σε μια γλώσσα ανάμικτη από ελληνικά και ντόπια (σλάβικα), γιατί πλατιάζει και δύσκολα τελειώνει.

Αν τυχόν και δεν παρουσιαστεί έστω και μια μέρα στο καφενείο αρχίζουμε κι ανησυχούμε, οπότε του τηλεφωνούμε για να μάθουμε αν είναι καλά. Οι απουσίες του οφείλονται σε αδιαθεσίες της συμβίας του ή έχει κάποιον μάστορα στο σπίτι του.

ΣΕΤΙΝΑ – Σεπτέμβρης 2014

Βότσης Πέτρος - Σημείωμα

Πέτρος Βότσης


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.6
4,6 rating
4.6 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 402 αξιολογήσεις)
Τέλειο85%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο8%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up