Χειμώνας 2016 – Συνύπαρξη (της Ελένης Ζώλη)

Μέρες δέκα έξι χιονίζει μ’ αμείωτη ένταση.

Μας πρόσφερε τα αγαθά, τις ομορφιές, τις χαρές, τα στολίδια, τα καλλιτεχνήματα τους φυσικά, αυθύπαρκτα και άλλα φιλοτεχνημένα απ’ αυτούς, που το ‘χουν στο DNA τους και με καλλιέργεια το τελειοποιούν.

Είναι κι αυτή μια φιλική κι εύπλαστη ύλη να δημιουργείς, έστω κι αν είναι βραχύβια τα έργα σου.

Το θαυμάσαμε πριν, μόλις τις δυο μέρες διακοπής, που μεσολάβησαν από τις 3-1-2016 τ’ απόβραδο ενώ ακόμα και σήμερα 29-1-17, συνεχίζουν οι δυσκολίες και βραδεία από δόμηση.

Απολαύσαμε, γάμους και παντρολογήματα στη φύση, θαυμάσαμε εκπλήξεις, γευτήκαμε μαγεία, γλυπτά τεχνουργήματα και μυριάδες κρύσταλλα, ασύμμετρες δαντέλες και κρόσσια διαφανή, ποικίλου μήκους, να λαμποκοπούν στον ήλιο. Σαν πρόβαλλε νικητής και παντοδύναμος, σκόρπισε φως, θαλπωρή, λαμπρότητα, άστραψαν και άρχισαν να δακρύζουν μπροστά στη θερμή επαφή του, κερδίζοντας αστραφτερές ανταύγειες, θωπείες, τρυφερά χάδια. Και… άρχισαν να καταρρέουν, να χάνουν, τα υπέροχα, άσπιλα κι ασυναγώνιστα σχήματα, τις φανταστικές σκηνές και στιγμιότυπα αριστουργηματικά, που εδημιουργούντο κι εζήλευες ζάχαρη. λαμπερή και λιμπιστή, να τινάζεται σωρηδόν,  απ’ όλα τα χιονάνθιστα και χιονοφορτωμένα δέντρα, και τις σπανιες παραστάσεις, που είχαν προηγηθεί.

Όταν φτάνουν οι στιγμές και οι ώρες να στάζουν τα κεραμίδια, να λιμνάζουν οι δρόμοι, να χάνουν την αφράτη τους ομοιογένεια, να κλαίνε τα δέντρα και πλακώσει – σινιάκι – αντάρα, οι εικόνες είναι απογοητευτικές. Σε γεμίζουν οίκτο, ανοχή και λυγμό για την κακόμοιρη εμφάνιση, γεμάτη κακότεχνη αλλαγή.

Και ξαφνικά μετά τις δυο ελπιδοφόρες ηλιόλουστες ημέρες απατηλής υποχώρησης – ύφεσης – της τρομερής πανστρατιάς, ξανάρχισε να πέφτει ασταμάτητα χιόνι – χιόνι – χιόνι!!!

Κορέστηκε η ατμόσφαιρα, πήρε κόσκινο με μεγάλες οπές κι έριχνε – έριχνε – έριχνε… ακατάπαυστα.

Η Ε.Μ.Υ. θα το χαρακτήριζε: «Διαρκής χιονόπτωσις, με αμείωτην έντασιν». Κι ενώ το πρώτο έφτασε το μισό μέτρο και κατακάθισε, αν προσθέσουμε και το νέο, που ήρθε και συνεχίζει ασταμάτητα, έχουμε ξεπεράσει αρκετά το μέτρο.

Η περίεργη κι ανήσυχη παρακολούθηση του πολυήμερου κοσκινίσματος ξεπέρασε τα όρια μου.

Αποκλείστηκα ένα μήνα και νοιώθω σαν ποντικός στην παγίδα. Τέτοιο χιόνι έχω να δω, από τη δεκαετία του ογδόντα. Τότε άρχισε βράδυ, του Αγίου Νικολάου, κι έβαλε σ’ ένα εικοσιτετράωρο ένα μέτρο μεμιάς. Θυμάμαι, πως κάναμε μαζί με τις γιορτές των Χριστουγέννων, ένα μήνα να πάμε στο σχολείο.

Κι όταν πήγαμε, κάναμε υπηρεσία με μείον 12 βαθμούς. Απαγορευόταν και το παντελόνι τότε.

Τώρα με λίγο χιονάκι και λίγο μείον, τα σχολεία κλείνουν. Πολύ κουράζονται σήμερα όλοι… μαθητές και δάσκαλοι. Έγιναν πολύ ευαίσθητοι και μυγιάγγιχτοι!!!

Αυτή η επίμονη χιονόπτωση, αυτός ο κορεσμένος ή θυμωμένος ουρανός, ο ανύπαρκτος ορίζοντας, άσπρη αχλύς ανάκατη μ’ αιθαλομίχλη, δεν έδινε ύψος ορατότητας στο στερέωμά μας, ούτε πέντε μέτρα. Κι είχε κουκουλώσει εντελώς τον περίγυρο.

Η σκέψη μου ταξίδευε, η ψυχή μου διαμαρτυρόταν, η καρδιά μου ζοριζόταν, η υπομονή μου εξαντλείτο, ενώ το βασανιστήριο της ακινησίας και του αποκλεισμού με παιδεύει και με ενοχλεί, ποιος ξέρει για πόσο;

Έχω όμως την αντοχή, την απορία, την υπομονή και την φόρτιση, ν’ ασχοληθώ με τα παιχνίδια, τις τρέλες και τις δημιουργίες του χιονιού, καινούργιες, σε νέα έκδοση και σκηνικό, σε νέα σχήματα και εικόνες, τόσο όμορφες, τέλειες και μοναδικές, που μου φαίνεται και αληθεύει, πως πρώτη φορά αντικρύζω.

Βρίσκομαι στους πρόποδες του βουνού. Γύρω έχει δέντρα μεγάλα, μικρά, μάντρες στέγες, μπαλκόνια.

Όλα σκεπασμένα με στρώματα χιονιού, που εγγίζουν τα νέα το ένα μέτρο. Στην αρχή έπεφτε αβρό, απαλό, ελαφρό να ζηλεύεις, να επιθυμείς να κυλιστείς, να κάνεις τούμπες πάνω του. Τα δέντρα πανώρια, φορτωμένα, ντυμένα μ’ αχνάτη περιβολή, πιο πληθωρική κι απ’ την ανοιξιάτικη. Μόλις, μέσα τους διακρίνονται καφετιές κλωστές οι κλώνοι τους, που συγκρατούν περήφανα και γενναία βαριά χιονένια πανοπλία, που τα τυλίγει με στοργή και τα προστατεύει.

Τα σύρματα, ντυμένα κι εκείνα με τούλια και πούπουλα λευκά.

Τα πεύκα!!! Τύφλα να έχουν οι Άλπεις. Το φορτίο τους πλούσιο σε συστάδες, τα κλαδιά τους μονοκόμματα γεμάτα, κατάλευκα κι απ’ το βάρος γερτά.

Δεν ξέχασαν τα Χριστούγεννα!!!

Το κοντό θηλυκό κυπαρισσάκι, όχι πολύ λεπτό, απ’ το βάρος γονάτισε και η κορυφή προσκύνησε τη ρίζα του. Μετά σκεπάστηκε τελείως κι ένα λευκό εξόγκωμα διακόπτει το ογκώδες λευκό κλινοσκέπασμα του διπλανού κήπου, όπου η φίλη μου, η μεγάλη φλαμουριά καμαρώνει τα χιονάτα προικιά της.

Βορεινά και στην πρόσοψη του σπιτιού μου πεύκα, μια πιο μεγάλη φλαμουριά, με στοίβες χιόνι στην αγκαλιά των χοντρών κλάδων της. ενώ τα υπόλοιπα είναι φανταστικά ντυμένα, καταστόλιστα, οι υπερφορτωμένες στέγες, οι δρόμοι – μόνο ο κεντρικός καθαρισμένος – τα πεζοδρόμια, που ούτε τα υποψιάζεσαι και οι εκκαθαριστικοί σωροί εκατέρωθεν ξεπερνούν το μέτρο.

Άλλα δέντρα και κλαδιά δίπλα και γύρω, γεμάτα αγκαλιασμένα κι ενωμένα, οι αμυγδαλιές λευκές νυφούλες, όλα λευκή πανδαισία και ουράνια οπτασία, θαυμάζουν την απίθανη πρώιμη στολή τους.

Ένας κόσμος πάνω απ’ τα πέντε μέτρα, αέρινος, αγνός, ολόλευκος, πάμπλουτος, ποιητικός – κανένας ζωγράφος δεν δύναται ν’ αποδώσει την τελειότητα και κανένας ποιητής τον ύμνο, που της αξίζει – μια εικόνα αιθέρια, που μ’ οδηγεί στην υποθετική σύλληψη! Πως, αν όντως οι ψυχές δεν κρυώνουν, αυτές, που βρίσκονται στον Παράδεισο, το τοπίο, που αντίκρυζα ήταν ιδανικό, άψογο, ιερό και του ‘μοιάζε. Ή μπορεί να είναι η είσοδος του και πιο πέρα το μεγαλείο και το φως…

Σήμερα βάρυνε, λειώνει, στάζει, απογυμνώνονται τα δέντρα, μισοφαίνονται τα κεραμίδια, λάσπωσαν οι δρόμοι, άπου παγώνει, έχει γλύστρες. Αρχίζει η ασχήμια της φθοράς και η μιζέρια της παρακμής.

Τα αυτοκίνητα δύσκολα κινούνται, οι πεζοί παροπλίστηκαν από τις δυσκολίες, που προέκυψαν και συμβαίνουν ατυχήματα από πτώσεις, που ακολουθούν. Κρύο, αν πιάσει, που έφτασε παγετός κι αν ακολουθήσει σινιάκι, μολυσμένη ατμόσφαιρα, μου θυμίζουν Κόλαση, που σε θεομηνίες στη Φλώρινα συνυπάρχει με τον Παράδεισο.

Είναι η περιοχή των μεγάλων αντιθέσεων. Των τραγουδιών και των στεναγμών. Της ομορφιάς, της χαράς, της ηρεμίας, του άσπρου και του γκρίζου, του μαύρου της κακοκεφιάς, του γαλάζιου και του πράσινου, που καρτερούμε, της έμπνευσης, της δημιουργίας, του αγώνα και της ελπίδας.

Επί τέλους, μετά ένα μήνα συνεχούς και αδιάλειπτης βαρυχειμωνιάς, μαλάκωσε ο καιρός, η γη έγινε φιλόξενη στα βήματά μας – το χιόνι βέβαια δεν είχε λιώσει τελείως, προ πάντων τ’ ανεμοσούρια -, μπορέσαμε όμως να περπατήσουμε, να ξεμουδιάσουν «τα ναρκωμένα» μέλη μας, ν’ αναπνεύσουμε, να θαυμάσουμε λίγο ήλιο κι ουρανό, να πατήσουμε μαλακό χώμα, έστω και λασπωμένο.

Πήγα από ανάγκη στο χωριό. Θέλησα να εξουδετερώσω την τόση αδράνεια κι ακινησία με πορεία ως την πόλη.

Πάντα αντικρύζω την άπλα και την ελευθερία του κάμπου μ’ ευχαρίστηση και προσοχή. Ομολογώ  ανεπιφύλακτα, πως τις τρεις εποχές με ξετρελαίνει και μ’ απογειώνει.

Αυτή όμως τη φορά, ύστερα από τις παραδείσιες χιονένιες ομορφιές, που βίωσα στην απομόνωση της γειτονιάς μου, με γέμισε απωθητική διάθεση, λύπη, απογοήτευση.

Όλα τα είχε πληγώσει κι αλλοιώσει ο χιονιάς.

Ο κάμπος μια, μελανή θάλασσα με κατάσπαρτα κρύα, ολόλευκα νησάκια, τα υπολείμματα του χιονιού.

Τα σπίτια βουβά, τα δέντρα γυμνά και πένθιμα. Σαν καψαλισμένα απομεινάρια. Οι άλλοτε καμαρωτοί, δυνατοί και ζωντανοί φύλακες της ζωής του κάμπου κι αυτής της γαλήνιας, απέραντης, αιώνιας παρουσίας, λυπημένα κι αυτά.

Πέρασα μετά δέκα περίπου ημέρες. Πώς όλα είχαν αλλάξει; Πώς πέταξαν από πάνω τους τη θλίψη, το πένθος, τη μιζέρια, την κακομοιριά κι έδειχναν, ότι δέχτηκαν μυστικά το φιλί της ζωής, που τους χάρισε σαν αντίτιμο – αντάλλαγμα – για την ταλαιπωρία, σαν βάλσαμο για το ξεροπάγωμα η ίδια η φύση!

Ως και η γη ζωντάνεψε κι έλαμψε!

Τα πρωτολούλουδα στη Φλώρινα αργούν να προβάλουν. Ακόμη κι η άφοβη και βιαστική αμυγδαλιά φοβάται, ύστερα από τη χιονομηνία, που δέχτηκε να τολμήσει ξεφάντωμα.

Και τ’ άλλα δεντράκια δένουν κόμπους τα ματάκια τους και περιμένουν τη γλύκα του καιρού, να κάνουν το άηχο, ολόλευκο και μυροβόλο «ντού» τους.

Τις άλλες περιοχές της Ελλάδας – Νότια – στολίζει η ποικιλία των ζωντανών χρωμάτων των πρώιμων λουλουδιών. Κάμπους λιβάδια και ξέφωτα, – από το κόκκινο της φωτιάς με μαύρο κεφαλάκι – ρόζ, μωβ, έως και μπλε των ανεμωνών, που καμαρώνουν τη φανταχτερή ομορφιά τους. Το σπιρτόζικο και μοναδικό άρωμα των ίων – μενεξέδων – με τη μωβ – μπλε φατσούλα τους, τα κίτρινα ματάκια  και τα καρδιόσχημα φυλλαράκια σ’ αυλάκια, σε όχθες, σε πεζούλια, σε πλαγιές. Τ’ ασπρορόδινα κεφαλάκια της πόας μαργαρίτας, που ξυπνούν με τον ήλιο και τα πυκνοβλέφαρα ματάκια της τον ακολουθούν σ’ όλη του την ημερήσια διαδρομή, ως το ηλιοβασίλεμα. Τις μικρές και κομψές άγριες ανεμώνες του λόγγου με την ροζ στεφάνη και σ’ όλες τις αποχρώσεις του λιλά, το αριστοκρατικό άρωμα των μανουσακιών στα λιβάδια, ενώ τα μπουγαρίνια πλημμυρίζουν με άρωμα απαλό, θεία και ζωογόνα ευωδιά τα νησιά μας, όλα στολίζουν το Φλεβάρη, ώσπου ν’ ακολουθήσουν τ’ άλλα λουλούδια, που ακολουθούν, προάγγελοι της Ανάστασης.

Τα ήμερα. Ζουμπουλάκια ή υάκινθοι, νάρκισσοι, άγρια κρινάκια, τουλίπες πρωτολούλουδα του βορρά, τώρα εγγυμονούν τα φυλλαράκια τους και σχηματίζουν τα έμβρυα των ανθών τους κρυμμένα μέσα στα σπλάχνα τους για να ξεμυτίσουν στη χλιαρή πνοή του Μάρτη κι αρχές Απρίλη και να χαιρετίσουν σαν φτάσει με τα χελιδόνια το λουλουδοπλεγμένο πυργωτό παλάτι στο άρμα της Περσεφόνης και λάμψει η κρινομέτωπη νυφούλα, μυριόπλουμη, μυριόθωρη, καμαρωτή χιλιοτραγουδισμένη.

Η γη φανερώνει αραιά αυτά τα φυτά, που σιγά-σιγά πρωτοξυπνούν από το λήθαργό τους: χορταράκια, σιταράκια αραιά, ντελικάτα, αδύναμα, παρ’ ότι θαρρετά, σαν τριχούλες μαλακές σε τρυφερή ακόμα παρειά προέφηβου αμούστακου, πριν την ορμή της εφηβείας, και τη ζωντάνια της νειότης.

Ενώ όλα γύρω με την ανάσα της άνοιξης και την επιθυμία «της Περσεφόνης» ζωντανεύουν και φουντώνουν.

Η ΖΩΗ διαγράφει τον κύκλο της. Μόλις αρχίζει.


Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
4,5 rating
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 384 αξιολογήσεις)
Τέλειο84%
Πολύ καλό4%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Απαίσιο9%

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll Up