Mια φορά κι έναν καιρό… – ΗΧΩλόγιο

Κοινοποίησε στους φίλους σου ή στο κοινό σου...:

Μπήκε ο Δεκέμβρης αγαπημένοι μου, οι μέρες έχουν κοντύνει και τρέχουν αλαφιασμένες. Οι νύχτες βαριές και κατασκότεινες σέρνουν αργά νωχελικά το βήμα τους. Αργεί να ξημερώσει. Μπήκε ο Δεκέμβρης ο μήνας των παραμυθιών και εγώ σκοπεύω να γεμίσω τη στήλη μου σήμερα μ’ ένα παραμύθι που μου ‘λέγε η γιαγιά μου, κάποτε. Τότε που οι γιαγιάδες υπήρχαν μόνο γι’ αυτό. Να μας κρατάνε αγκαλιά και να μας λένε παραμύθια…

Μια φορά και έναν καιρό, λοιπόν, κάπου στη μακρινή Ινδία, ζούσε ένας νεαρός, πάμφτωχος αγρότης με τους υπέργηρους γονείς του. Τα δυο γεροντάκια μια επιθυμία είχαν μόνο σ’ όλη τους τη ζωή, Να πάνε να λουστούν στα ιερά νερά του ποταμού Γάγγη, κατά πως το απαιτούσε η παράδοση. Έφτασαν όμως σε βαθύ γήρας, χωρίς να μπορέσουν να την πραγματοποιήσουν.

Ο νεαρός αγρότης βλέποντας ότι το τέλος των γονιών του πλησιάζει, αποφασίζει να εκπληρώσει την επιθυμία τους. Πώς να τους μεταφέρει όμως; Χρήματα δεν είχε. Έστυψε λοιπόν το μυαλό του και βρήκε τη λύση. Κάθεται στην όχθη του ποταμού και φτιάχνει δυο μεγάλα καλάθια από φύλλα μπαμπού. Κόβει και ένα μακρύ και χοντρό καλάμι. Κρεμάει το ένα καλάθι στη μια άκρη του καλαμιού, το άλλο στην άλλη άκρη και βάζει μέσα στο ένα τη μητέρα του και στο άλλο τον πατέρα του. Φορτώνεται το ζυγό στον τράχηλό του και παίρνει τo δρόμο για το μεγάλο προσκύνημα.

Περπάτησε, περπάτησε μέρες πολλές, ώσπου έφτασε σε μια πανέμορφη και εύφορη κοιλάδα. Στην κοιλάδα αυτή είχε βγει ο μαχαραγιάς μαζί με τους αυλικούς του για να κυνηγήσουν τίγρεις. Άκουσε φασαρία ο φτωχός αγρότης και φοβήθηκε. Στρίμωξε τα καλάθια πίσω από κάτι θάμνους και περίμενε με κομμένη την ανάσα.

Κάποια στιγμή ο μαχαραγιάς πλησιάζει και αντιλαμβάνεται ότι κάτι κινείται πίσω από τον θάμνο. «Τίγρης θα είναι» σκέφτεται. Τεντώνει το τόξο του, σημαδεύει, ελευθερώνει το βέλος από τη χορδή και ύστερα τρέχει χαρούμενος και σίγουρος ότι έχει σκοτώσει το άγριο ζώο, παραμερίζει τους θάμνους,. Τι βλέπει όμως; Βλέπει το παλικάρι πεσμένο στα χόρτα, με ένα βέλος ακριβώς πάνω στην καρδιά του.

Ταράζεται ο μαχαραγιάς. «Τι έκανα, τι έκανα, ο δύστυχος;» φωνάζει πανικόβλητος. «Σκότωσα άνθρωπο».

Ξαφνικά το μάτι του πέφτει στα δυο καλάθια. Από μέσα ακούγονται αδύναμα κλαψουρίσματα. Σκύβει γεμάτος περιέργεια και βλέπει τα λιπόσαρκα γεροντάκια που σήκωναν τα κεφαλάκια τους όπως η κόμπρες, όταν ακούνε το ήχο της φλογέρας του γητευτή τους. Για να μην τα πολυλογώ, τα γεροντάκια διηγήθηκαν όλη την ιστορία στον μαχαραγιά.

Ο μαχαραγιάς δε διστάζει ούτε στιγμή. Πετάει το τόξο και την φαρέτρα, και λέει:. «Αφού έγινα η αιτία ο γιος σας να μη μπόρεσε να πραγματοποιήσει την τελευταία σας επιθυμία, θα την πραγματοποιήσω εγώ. Θα σας πάω εγώ να λουστείτε στα νερά του Γάγγη».

Φορτώνεται το ζυγό στον ώμο του και συνεχίζει το οδοιπορικό του νεκρού παλικαριού. Οι σύμβουλοι και οι αυλικοί του, προσπαθούν να τον μεταπείσουν:

«Γιατί το κάνεις αυτό άρχοντά μου;» του λένε. «Μπορεί να σκότωσες το παλικάρι αλλά έγινε άθελά σου. Εσύ είσαι ο άρχοντας. Έχεις δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους υπηκόους σου. Καλύτερα να πάρεις τους καημένους τους γέρους μαζί σου στο παλάτι και να τους εξασφαλίσεις μια άνετη ζωή. Ακόμα – ακόμα, μπορείς να τους βάλεις επάνω σε μια άμαξα και να πάνε ξεκούραστα να κάνουν το προσκύνημα τους.»

Ο μαχαραγιάς αρνιέται.. Του φαίνεται λίγο να ζητήσει προφορικά συγνώμη από τους γέρους γονείς. Του φαίνεται πρόστυχο και ταπεινωτικό να προσφέρει χρυσά φλουριά σαν αντάλλαγμα για τη ζωή του γιου τους.

Προτιμά να σηκώσει ο ίδιος το βάρος που του αναλογεί. Αναλαμβάνει τις ευθύνες της φρικτής πράξης που έκανε έστω, χωρίς να το θέλει. Ότι κάνει, το κάνει όχι μόνο για προσωπική του εξιλέωση, μα και για να δείξει στους υπηκόους του, τι σημαίνει συντριβή, τι σημαίνει μετάνοια, τι σημαίνει δίκαιο και άδικο.

Δύσκολο αγαπημένοι μου, πολύ δύσκολο να φανταστούμε τους δικούς μας ηγέτες να αναλαμβάνουν ευθύνες για τις πράξεις τους. Αναρωτιέται κανείς ποια δικαιοσύνη είναι πιο πρωτόγονη, εκείνη του παραμυθιού η η δικαιοσύνη της εποχής μας;

Την εβδομάδα που μας πέρασε ήταν η επέτειος της δολοφονίας του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, από μια σφαίρα αστυνομικού στα Εξάρχεια. Από μια κακή συγκυρία την ίδια μέρα ένας άλλος δεκαεξάχρονος βρέθηκε να παλεύει για τη ζωή του σε ένα δωμάτιο εντατικής, χτυπημένος και πάλι από σφαίρα αστυνομικού στη Θεσσαλονίκη.

Ο αστυνομικός των Εξαρχείων, ο αστυνομικός της Θεσσαλονίκης αλλά και οι δράστες των διαφόρων επιθέσεων, αγαπημένοι μου που προηγήθηκαν και ακολούθησαν και κατά πως φαίνεται θα ακολουθήσουν με θύματα αθώους πολίτες, ένα πράγμα δείχνουν: πόσο φτηνά κοστολογείται η ανθρώπινη ζωή στις μέρες μας.

Οι νέοι ξεσηκώνονται και απαντούν με μαζικές εξεγέρσεις. Η πολιτεία απαντά με μέτρα καταστολής.

Ωστόσο οι εκφραστές των κατεστημένων θεσμών και της εξουσίας έχουν υποχρέωση να καταλάβουν ότι η κύρια αιτία της εξέγερσης δεν είναι άλλη από τη δική τους αποτυχία να διαμορφώσουν έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις, χωρίς ψεύτικες υποσχέσεις και υποκρισία.

Γι’ αυτό και η νέα γενιά δεν τους χαρίζεται. Κάνει και αυτή όπως και πολλές προηγούμενες τη δική της εξέγερση. Και όσο αγαπημένοι μου το ρήγμα ανάμεσα στο κατεστημένο και τη νέα γενιά μένει ανοιχτό και μεγαλώνει, φοβάμαι ότι τα πράγματα έχουν φτάσει στα άκρα και ο Δεκέμβρης δε θα είναι απλά και μόνο μια επέτειος!

Με αγάπη Εύα!

ΗΧΩΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ
Αικατερίνη Ρίζου

Βαθμολόγησε την ΗΧΩ:


Συνολική βαθμολογία:

4.5
Rated 4.5 out of 5
4.5 από 5 αστέρια (βασισμένο σε 969 αξιολογήσεις)
Τέλειο81%
Πολύ καλό9%
Μέτριο2%
Φτωχό1%
Κακό7%


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *